Συχνές Ερωτήσεις

Οριοθέτηση

Οριοθέτηση – Q&A2025-01-21T11:14:38+03:00
Γιατί πρέπει να βάζουμε όρια, ποια η χρησιμότητά τους;2025-09-17T11:04:51+03:00

Αναφορικά με τη χρησιμότητα των ορίων σε οποιαδήποτε ηλικία και κυρίως για τα παιδιά και τους εφήβους, μπορούμε να αναφέρουμε ότι τα όρια προσφέρουν:

  • Ασφάλεια: Τα όρια κρατούν τα παιδιά ασφαλή και τα προστατεύουν, μιας και γνωρίζουν τι είναι ασφαλές να κάνουν και τι όχι, αλλά και ότι μπορούν να λάβουν περαιτέρω καθοδήγηση και υποστήριξη από τους γονείς, εφόσον το χρειαστούν.
  • Προβλεψιμότητα: Η θέσπιση και η διατήρηση των ορίων προσφέρει ένα δομημένο περιβάλλον όπου τα παιδιά αισθάνονται ασφάλεια και αυτοπεποίθηση για να εξερευνήσουν και να μάθουν.
  • Κοινωνικοποίηση: Η θέσπιση ορίων διδάσκει στα παιδιά με ποιον τρόπο μπορούν να αλληλεπιδρούν με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους, προωθώντας την κοινωνικοποίησή τους.
  • Αυτονομία & Ανεξαρτησία: Κατανοώντας τι αναμένεται από τα παιδιά και ποιοι είναι οι κανόνες συμπεριφοράς, τα παιδιά μπορούν με αυτοπεποίθηση να κάνουν επιλογές εντός των ορίων, γεγονός που ενισχύει το αίσθημα αυτονομίας αλλά και τη σταδιακά αυξανόμενη ανεξαρτησία.
  • Διαχείριση συναισθημάτων & συμπεριφοράς: Μέσα από τα όρια τα παιδιά μπορούν να αντιληφθούν σταδιακά τα συναισθήματά τους. Παράλληλα, όταν τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς να αντιλαμβάνονται και να σέβονται όρια, μπορούν να προσαρμοστούν καλύτερα στα όρια που θα προκύψουν καθώς μεγαλώνουν.
  • Σεβασμός στους άλλους: Τα όρια διδάσκουν στα παιδιά ότι οι πράξεις τους μπορούν να έχουν επίδραση σε άλλους ανθρώπους, ενισχύοντας, έτσι, την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό προς τρίτους.
  • Ενίσχυση της σχέσης γονέα – παιδιού: Όταν τα όρια τίθενται και διατηρούνται με συνέπεια, ενισχύεται ο δεσμός μεταξύ γονέα και παιδιού, καθώς το παιδί γνωρίζει τι να περιμένει από τον φροντιστή του.
Πόσο σημαντικό είναι να θέτουμε όρια κατά τη διάρκεια των πρώτων δυο ετών της παιδικής ηλικίας; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιτύχουμε αυτό;2024-05-16T15:35:20+03:00

Η θέσπιση ορίων αποτελεί μια πολύτιμη διαδικασία για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, δεν λείπουν, ωστόσο, οι πολλαπλές προκλήσεις. Ως γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι η ηλικία των παιδιών και το  στάδιο ανάπτυξης στο οποίο βρίσκονται, καθορίζουν και τα εκάστοτε όρια που θέτουμε.

Για παράδειγμα, κατά το πρώτο έτος της ζωής του παιδιού, το βρέφος εξαρτάται αποκλειστικά από τους φροντιστές του και συνήθως τον ρόλο του βασικού φροντιστή αναλαμβάνει η μητέρα. Κατά την περίοδο αυτή, ο φροντιστής στοχεύει στην κάλυψη των αναγκών και στην προσέγγιση του βρέφους με αγάπη και ζεστασιά, καθώς είναι η περίοδος που το ίδιο πρωτογνωρίζει τον κόσμο και διαμορφώνει μια σχέση εμπιστοσύνης και ασφάλειας με τα βασικά άτομα φροντίδας. Συνεπώς, η φάση αυτή δεν αποτελεί κατάλληλη περίοδο καθορισμού ορίων για τους γονείς.

Έπειτα, κατά το δεύτερο έτος της ζωής, που το παιδί σταδιακά εντάσσεται στη νηπιακή ηλικία, ξεκινά να ανακαλύπτει τον κόσμο γύρω του αλλά και να αποζητά μια πρώιμη μορφή αυτονομίας. Έτσι, τα παιδιά στην ηλικία αυτή μαθαίνουν να κάνουν επιλογές σχετικά με το φαγητό που προτιμούν, με τα παιχνίδια που τους αρέσει περισσότερο να παίζουν αλλά και με τη χρήση της τουαλέτας, αναπτύσσοντας σταδιακά τις δεξιότητες αυτονόμησης και ανεξαρτησίας. Το δεύτερο έτος ζωής, λοιπόν, συνήθως είναι η στιγμή που οι γονείς κάνουν τα πρώτα βήματα για τη θέσπιση ορίων ως προς τη συμπεριφορά των παιδιών. Για την χρονική αυτή περίοδο είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όσο πιο μικρό ηλικιακά είναι ένα παιδί, τόσο πιο ξεκάθαρα, σύντομα και λιτά πρέπει να γίνει η διαδικασία της οριοθέτησης.

Για τα παιδιά μεγαλύτερα των 2 ετών, και καθώς τα ίδια αποκτούν σταδιακά όλο και μεγαλύτερη ανάγκη αυτονόμησης και εντάσσονται σε επιπλέον κοινωνικά πλαίσια, πέραν της οικογένειας, τόσο πιο σύνθετη γίνεται η διαδικασία της θέσπισης ορίων, και πλέον περιλαμβάνει τον διάλογο με το παιδί αλλά και τις εξηγήσεις για τα όρια και τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Η πολυπλοκότητα στη θέσπιση ορίων κλιμακώνεται για πολλές οικογένειες κατά την εφηβεία, όπου η ανάγκη για αυτονόμηση και ανεξαρτητοποίηση είναι μεγάλη και η διαδικασία αυτή φέρνει πολλές συγκρούσεις.

Πώς μπορούμε να ενθαρρύνουμε τη θετική συμπεριφορά και να ανακατευθύνουμε τις αρνητικές ενέργειες, κατά την οριοθέτηση;2024-05-16T15:33:05+03:00

Όταν προσπαθούμε να θέσουμε αλλά και να διατηρήσουμε σαφή και ρεαλιστικά όρια είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου τα εξής:

  • Θέτουμε προτεραιότητες και προσπαθούμε να εστιάσουμε την προσοχή μας στις συμπεριφορές που θέλουμε να οριοθετήσουμε πρώτα.
  • Έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι είναι αναπτυξιακά κατάλληλο για το παιδί.
  • Εξηγούμε τους λόγους και τον σκοπό πίσω από τους κανόνες, ακόμα και αν τα παιδιά είναι πολύ μικρά. Όταν τα παιδιά είναι μεγαλύτερα μπορούμε να ζητήσουμε να συμμετέχουν στη διαδικασία διαμόρφωσης των ορίων.
  • Χρησιμοποιούμε θετική γλώσσα για να δηλώσουμε τόσο τα όρια όσο και τις συνέπειες που πρόκειται να εφαρμοσθούν στην περίπτωση που τα παιδιά δεν τα ακολουθήσουν – αντί για “Μην τρέχεις!” μπορούμε να πούμε “Σε παρακαλώ, περπάτα λίγο πιο αργά”
  • Παραμένουμε συνεπείς, εφαρμόζουμε τα όρια και τις συνέπειες των ορίων, ώστε τα παιδιά να γνωρίζουν τι να περιμένουν. Ωστόσο, δεν είμαστε αδιάλλακτοι, και επιτρέπουμε την προσαρμογή των ορίων μετά από συζήτηση.

Προκειμένου να ενθαρρύνουμε τις θετικές συμπεριφορές έναντι των αρνητικών από τα παιδιά στοχεύουμε στο να:

  • Επαινούμε τα παιδιά όταν συμπεριφέρονται εντός των ορίων που έχουμε θεσπίσει, με τρόπους που έχουν νόημα για το παιδί με βάση την ηλικία του (π.χ. αγκαλιά, όμορφα λόγια, κ.ο.κ.)
  • Παρέχουμε ένα περιβάλλον όπου το παιδί έχει τις ευκαιρίες να επιτύχει στη διατήρηση των ορίων
  • Αφιερώνουμε ποιοτικό χρόνο ώστε τα παιδιά να έχουν την ευκαιρία να εξερευνούν με ασφάλεια τα όρια και να ζητούν καθοδήγηση και επεξηγήσεις, εφόσον χρειαστούν
  • Αποσπούμε ή ανακατευθύνουμε την προσοχή εάν τα παιδιά υπερβαίνουν τα όρια, καθοδηγώντας τα σε μια πιο κατάλληλη δραστηριότητα, ιδιαίτερα όταν είναι μικρότερα
  • Συζητάμε γύρω από τα όρια αλλά και τα συναισθήματα των παιδιών, όταν αυτά υπερβαίνουν τα όρια, αντί να προσφύγουμε σε τιμωρία
  • Προσφέρουμε επιλογές, προκειμένου να ενισχύσουμε το αίσθημα της αυτονομίας και της ευθύνης που έχουν τα παιδιά, παραμένοντας εντός των ορίων που έχουμε θέσει αλλά και για την αποκλιμάκωση πιθανής έντασης.
Πώς η συνέπεια στην επιβολή των ορίων σχετίζεται με τον κανόνα που δεν έχει τηρηθεί; Ποια είναι η σημασία της συνέπειας στην ανατροφή;2024-05-16T14:52:25+03:00

Η συνέπεια στην θέσπιση των ορίων αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη τακτική προκειμένου να διατηρηθούν τα όρια. Αρχικώς, όταν τα παιδιά γνωρίζουν τι να περιμένουν όσον αφορά στις συνέπειες των πράξεών τους, αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια. Η συνέπεια διδάσκει στα παιδιά ότι τα όρια πρέπει να γίνονται σεβαστά. Ενισχύει την αντίληψη ότι οι κανόνες δεν είναι αυθαίρετοι αλλά θεσπίζονται για την ασφάλεια, την ευημερία τους και για την ομαλή λειτουργία της οικογένειας, του σχολείου, ή της κοινωνίας. Παράλληλα, η προβλεψιμότητα τα βοηθά να κατανοήσουν τη σχέση μεταξύ της συμπεριφοράς τους και των αποτελεσμάτων της, καθιστώντας το πιο πιθανό να ακολουθήσουν τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί. Από την άλλη, η ασυνέπεια στην επιβολή των ορίων αποδυναμώνει τη σύνδεση των πράξεων που παρεμβαίνουν τα όρια με τις συνέπειές τους, και έτσι, τα παιδιά δεν μπορούν να γνωρίζουν με σιγουριά ότι κάθε πράξη τους που είναι ασύμφωνη με τους κανόνες, έχει συνέπειες. Εάν ένα όριο επιβάλλεται σποραδικά, τα παιδιά μπορεί να αναμένουν ότι το όριο αυτό δεν θα επιβάλλεται πάντα, οδηγώντας σε περισσότερες περιπτώσεις παραβίασης των ορίων.

Γίνεται κατανοητό ότι η έννοια της συνέπειας για τη γονεϊκότητα αποτελεί κεντρική αρχή. Πιο συγκεκριμένα, η συνέπεια:

  • Βοηθά στο χτίσιμο της εμπιστοσύνης μεταξύ παιδιού – γονέα, καθώς τα παιδιά εμπιστεύονται ότι οι γονείς θα φερθούν με προβλέψιμο τρόπο, γεγονός που είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια που αισθάνονται.
  • Ενισχύει το αίσθημα της αυτοπειθαρχίας, καθώς τα παιδιά “εσωτερικεύουν” τη φωνή του γονέα, που έχει ξεκάθαρες προσδοκίες και σταδιακά μαθαίνουν να κάνουν επιλογές που ευθυγραμμίζονται με τις προσδοκίες αυτές.
  • Ενδυναμώνει τις δεξιότητες λήψης αποφάσεων και την αυτονομία, καθώς τα παιδιά μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τη σχέση αιτίου – αποτελέσματος (εννοώντας τη σχέση πράξης που ξεπερνά τα όρια – συνεπειών), μαθαίνουν να προβλέπουν τα αποτελέσματα που έχουν οι πράξεις τους,  και σταδιακά εκπαιδεύονται στην ορθή λήψη αποφάσεων.
Τι μπορούμε να κάνουμε αν ένα παιδί αδιαφορεί για τις συνέπειες που χρησιμοποιούμε για να θέσουμε όρια;2025-09-17T11:11:04+03:00

Συχνά ως γονείς ερχόμαστε αντιμέτωποι με το «τίποτα δεν λειτουργεί για το παιδί μου, δεν ακούει τίποτα», όταν το παιδί δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο που το προσεγγίζουμε ή αδιαφορεί για τις συνέπειες που του θέτουμε. Όταν τα παιδιά αντιμετωπίζουν κάτι δυσάρεστο, συχνά συμπεριφέρονται σαν να μη τους ενδιαφέρει ή να μην έχει σημασία για αυτά. Όταν ένα παιδί λέει «δεν με νοιάζει» ή μοιάζει ανεπηρέαστο όταν βάζουμε κάποια συνέπεια, στην πραγματικότητα αυτό που λέει είναι «δεν μπορείς να με πληγώσεις». Η ανακοίνωση μιας συνέπειας μπορεί να κάνει τα παιδιά να αισθάνονται αδύναμα, επομένως αντιδρούν με τρόπο που τα κάνει να νιώθουν ότι ανακτούν τον έλεγχο. Στην πραγματικότητα όμως τους νοιάζει, και μάλιστα αρκετά. Τι μπορούμε να κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή ένα παιδί δείχνει να αδιαφορεί για τις συνέπειες;

  • Χρησιμοποιούμε συνέπειες που έχουν νόημα για το παιδί.
  • Ενημερώνουμε για τις συνέπειες με απλά λόγια, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Το σημαντικό είναι να περιγράψουμε στο παιδί τη συνέπεια για τη μη σωστή συμπεριφορά με σαφή τρόπο.
  • Φροντίζουμε να μην είναι οι συνέπειες τιμωρητικές αλλά εκπαιδευτικές. Μια συνέπεια πρέπει να βοηθά το παιδί να μάθει κάτι, όχι απλώς να πονέσει ή να ντραπεί. Π.χ., αντί να στερήσουμε κάτι χωρίς εξήγηση, μπορούμε να πούμε:
  • «Δεν μπορείς να παίξεις tablet αυτή την ώρα γιατί όταν ήρθε η ώρα να το κλείσεις, φώναξες. Αύριο θα δοκιμάσουμε ξανά.»
  • Προσπαθούμε να μην παρασυρόμαστε σε μία διαφωνία με το παιδί σχετικά με τις συνέπειες. Αποφεύγουμε να αποδεχτούμε οποιαδήποτε πρόσκληση του παιδιού να διαφωνήσουμε μαζί του. Καλύτερα να πούμε, «είναι κρίμα που δεν σε νοιάζει, αυτό απλά σημαίνει ότι θα συμβαίνει πιο συχνά».
  • Αξιολογούμε αν η συνέπεια είναι αποτελεσματική. Αν δεν βλέπουμε αλλαγή στη συμπεριφορά, ίσως χρειάζεται να επανασχεδιάσουμε τη συνέπεια ώστε να λειτουργεί καλύτερα.
  • Ελέγχουμε αν εφαρμόζουμε τις συνέπειες με συνέπεια. Η σταθερότητα είναι απαραίτητη όταν βάζουμε συνέπειες. Αν εφαρμόζουμε τις συνέπειες για την παραβίαση ενός κανόνα μερικές φορές, τότε το παιδί μπορεί πιο εύκολα να «σπάει» τους κανόνες, σκεπτόμενο ότι μπορεί αυτή τη φορά να μη γίνει κάτι.
Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε κοινή γραμμή ως γονείς στην οριοθέτηση των παιδιών;2025-09-17T11:17:27+03:00

Προκειμένου να διατηρήσουμε μια κοινή γραμμή ως γονείς όταν θέτουμε όρια χρειάζεται να έχουμε ανοιχτή και καλή επικοινωνία, αμοιβαίο σεβασμό και να ορίσουμε μια διαδικασία για τη λήψη αποφάσεων από κοινού. Με αυτόν τον τρόπο το παιδί λαμβάνει σαφή μηνύματα. Ειδικότερα:

  • Προσδιορίζουμε από κοινού τους βασικούς τομείς που χρειάζονται όρια, όπως χρήση οθόνης, ύπνος, διάβασμα.
  • Συζητάμε πρώτα ιδιωτικά με τον/την σύντροφό μας σχετικά με τους κανόνες και τις συνέπειες. Συμφωνούμε εκ των προτέρων ποια είναι τα μη διαπραγματεύσιμα όρια και που υπάρχει περιθώριο ευελιξίας.
  • Συζητάμε ήρεμα για τις διαφορετικές οπτικές που μπορεί να έχουμε ως γονείς. Μπορεί να διαφωνούμε κάποιες φορές, και αυτό είναι απολύτως λογικό. Εστιάζουμε περισσότερο στο να βρούμε μία μέση λύση ή να δούμε πώς μπορούμε να συμβιβαστούμε.
  • Θέτουμε τα όρια από κοινού ως ομάδα και τα εξηγούμε στο παιδί ως ενιαίο μέτωπο. Μιλάμε στο παιδί υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλο και προτιμάμε τη χρήση του πρώτου πληθυντικού, λέγοντας «αποφασίσαμε» ή «εγώ και η μητέρα σου σκεφτήκαμε».
  • Αποφεύγουμε την αντιπαράθεση μπροστά στο παιδί, όπως επίσης και φράσεις «ρώτα τη μητέρα σου», ή «δε συμφωνώ με τον πατέρα σου, αλλά…». Ακόμα και αν διαφωνούμε με κάτι εκείνη την ώρα, υποστηρίζουμε το σύντροφό μας μπροστά στο παιδί και συζητάμε αργότερα σε ιδιωτικό επίπεδο τις διαφωνίες. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε τη διάσπαση και διευκολύνουμε το παιδί να παραμείνει επίσης σταθερό στα όρια.

Επανεξετάζουμε τα όρια και τα επαναπροσαρμόζουμε ως ομάδα. Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, χρειάζεται να προσαρμόζουμε τα όρια αναλόγως. Ελέγχουμε τακτικά αν λειτουργούν οι κανόνες, αν τα όρια που έχουμε βάλει είναι κατάλληλα για την ηλικία τους, όπως επίσης και αν τα εφαρμόζουμε δίκαια και από τις δύο πλευρές, και τα επαναδιαμορφώνουμε αναλόγως αν χρειαστεί.

Ποιοι είναι οι αποτελεσματικοί τρόποι διαχείρισης του θυμού στα παιδιά; Πώς μπορούμε να ενθαρρύνουμε την έκφραση των συναισθημάτων τους με θετικό τρόπο;2024-05-16T15:30:28+03:00

Η διαχείριση του θυμού στα παιδιά και η ενθάρρυνσή τους να εκφράζουν με θετικό τρόπο τα συναισθήματά τους αποτελούν κρίσιμες πτυχές της συναισθηματικής τους ανάπτυξης. Ο θυμός μπορεί να είναι ένα σύνηθες συναίσθημα όταν τίθενται όρια για τη συμπεριφορά τους από το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν ένα παιδί βιώνει έντονα αισθήματα θυμού, τότε είναι σημαντικό να:

  • Παραμένουμε ήρεμοι. Τα παιδιά συχνά αντικατοπτρίζουν τις συναισθηματικές αντιδράσεις των γύρω τους, και έτσι μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να ηρεμήσει.
  • Αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του, αλλά χωρίς να ενδώσουμε. Μπορούμε να πούμε “Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ αναστατωμένος τώρα”.
  • Δεν προσπαθούμε να κάνουμε διάλογο, δίνοντας χρόνο στο παιδί να ηρεμήσει αλλά και σε εμάς να ανασυνταχθούμε και να σκεφτούμε με ψυχραιμία πώς θέλουμε να διαχειριστούμε την κατάσταση.

Προκειμένου να ενθαρρύνουμε τη θετική έκφραση των συναισθημάτων του παιδιού, και έπειτα από κάποια ενδεχόμενη έκρηξη θυμού:

  • Αναγνωρίζουμε και κατανοούμε το «δύσκολο» συναίσθημα του παιδιού, επισημαίνοντας τα ακριβή συναισθήματα που πιστεύουμε ότι βιώνει (απογοήτευση, θυμός, κτλ), καθώς είναι το πρώτο βήμα για τη διαχείρισή τους.
  • Δείχνουμε ενσυναίσθηση στο παιδί και στο αρνητικό συναίσθημα που βιώνει, παρότι μπορεί να μην συμφωνούμε με τη συμπεριφορά του, προκειμένου να αισθανθεί ασφαλές αλλά και ότι γίνεται κατανοητό.
  • Υπενθυμίζουμε γιατί είναι σημαντικό να διατηρηθούν τα όρια και που εξυπηρετούν. Ιδιαίτερα για τα μικρότερα παιδιά, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή η σύνδεση της σημασίας των ορίων, των πράξεών τους και των συνεπειών της συμπεριφοράς τους.
  • Επιβραβεύουμε για κάθε προσπάθεια που κάνουν τα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους με πιο εποικοδομητικό τρόπο και ενθαρρύνουμε να μιλούν για αυτά πριν φτάσουν σε σημείο που δεν μπορούν να τα διαχειριστούν.
Πώς μπορούμε να θέσουμε όρια στους εφήβους, ειδικά αν δεν έχουν καθοριστεί κατά την παιδική ηλικία; Ποιες είναι οι πιο αποτελεσματικές πρακτικές για την επικοινωνία και τη στήριξη;2024-05-16T15:37:19+03:00

Τα όρια που τίθενται στα παιδιά και τους εφήβους παραμένουν μεταβλητά ανάλογα με την ηλικία τους αλλά και τις ανάγκες τους. Η οριοθέτηση στους εφήβους πολλές φορές μπορεί να αποδεικνύεται μια απαιτητική διαδικασία, ιδιαίτερα αν δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια οριοθέτησης στο παρελθόν. Στις περιπτώσεις αυτές θα μπορούσαμε να ζητήσουμε τη βοήθεια ειδικού ώστε να μας κατευθύνει κατά τη διαδικασία οριοθέτησης. Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να κατανοούμε ότι:

  • Οι έφηβοι έχουν ανάγκη για σταδιακή αύξηση των επιπέδων ανεξαρτησίας και ιδιωτικότητάς τους, και άρα είναι σημαντικό να προσαρμόζουμε τα όρια σύμφωνα με την ηλικίας τους, διατηρώντας ξεκάθαρες προσδοκίες.
  • Το ειλικρινές μας ενδιαφέρον στις σκέψεις και τα συναισθήματά τους είναι απαραίτητο προκειμένου να μπορέσουμε να αφουγκραστούμε τις ανάγκες τους και να συνδιαμορφώσουμε τα όρια, καθώς όταν τα ίδια τα παιδιά συμμετέχουν στη διαδικασία θέσπισης των ορίων, είναι πιο πιθανό να τα ακολουθήσουν.
  • Ο αναστοχασμός των εφήβων αποτελεί σημαντική διαδικασία προκειμένου να εντοπίσουν τις δικές τους ανάγκες και προσωπικά όρια, ώστε τα όρια που θα συνδιαμορφώσουμε να ανταποκρίνονται επακριβώς σε αυτές.
  • Προσπαθούμε να αποτελούμε, όσο είναι εφικτό,  οι ίδιοι υγιή πρότυπα για τους εφήβους, μιας και η μίμηση από μικρή ηλικία αποτελεί σπουδαία πηγή μάθησης. Είναι, επίσης, σημαντικό να εμπλέξουμε άτομα του στενού μας περιβάλλοντος που μπορούν και εκείνοι να αποτελέσουν πρότυπα για συγκεκριμένες συμπεριφορές.
  • Τέλος, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η εφηβεία είναι μια απαιτητική περίοδος για τα ίδια τα παιδιά και χαρακτηρίζεται από πολλαπλές αλλαγές στις οποίες οι έφηβοι προσπαθούν να προσαρμοστούν. Συνεπώς, οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε με ενσυναίσθηση, κατανόηση και υπομονή, προκειμένου να τα βοηθήσουμε να πλοηγηθούν στην εξέταση, τη δοκιμασία και, εν τέλει, την εφαρμογή των ορίων.

Οι τεχνικές επικοινωνίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διαμόρφωση των ορίων με τους εφήβους μπορούν να διευκολύνουν σημαντικά τη διαδικασία αυτή. Κάποιες από αυτές τις τεχνικές μπορεί να είναι οι εξής:

  • Διατήρηση ήρεμου τόνου φωνής και ήπιων κινήσεων σώματος
  • Διατήρηση βλεμματικής επαφής, για να εμπνεύσουμε σιγουριά και αυτοπεποίθηση σχετικά με όσα συζητούνται
  • Εστίαση σε μια πληροφορία κάθε φορά για να δώσουμε σε κάθε επιθυμητή συμπεριφορά τη σημασία που της αρμόζει
  • Αποφυγή χρήσης απειλών στον λόγο μας
  • Αποφυγή δημιουργίας ενοχών στους εφήβους
  • Αποφυγή χρήσης ταμπέλων με αρνητικό πρόσημο για τον έφηβο
  • Εστίαση στην επιθυμητή συμπεριφορά και όχι σε αυτήν που θέλουμε να αποφύγει ο έφηβος
  • Χρήση φράσεων κατάφασης και όχι ερωτήσεις σχετικά με τη διατήρηση ορίων.
Πώς μπορούμε να βάλουμε όρια στη χρήση οθονών;2025-09-17T11:17:34+03:00

Οι οθόνες υπάρχουν πλέον παντού, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας∙ από τηλεοράσεις και tablets μέχρι smartphones και φορητούς υπολογιστές. Πολλά παιδιά συχνά χάνουν την αίσθηση του χρόνου μπροστά από μια οθόνη με αποτέλεσμα οι γονείς να ανησυχούν, διερωτώμενοι πότε ο χρόνος αυτός είναι υπερβολικός. Για να το διαπιστώσουμε θα βοηθούσε να σκεφτούμε τη γενικότερη συμπεριφορά των παιδιών μας, αν δηλαδή κοιμούνται αρκετά, δεν παρουσιάζουν προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο, περνούν χρόνο με τους φίλους τους, απολαμβάνουν και άλλες δραστηριότητες κλπ. Αν οι απαντήσεις στα παραπάνω είναι θετικές, τότε ο χρόνος στις οθόνες μάλλον δεν αποτελεί πρόβλημα. Σε περίπτωση, όμως, που η τεχνολογία εμποδίζει οποιοδήποτε από τα παραπάνω, τότε η θέσπιση αυστηρότερων ορίων και ο περιορισμός του χρόνου που περνάει το παιδί στην οθόνη είναι απαραίτητος. Είναι σημαντικό να τονίσουμε στο σημείο αυτό  ότι η υπερβολική χρήση οθονών επηρεάζει αρνητικά τόσο τη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών όσο και τη συνολική τους ανάπτυξη.

Ποιες είναι οι προτεινόμενες ώρες χρήσης οθόνης ανά ηλικία;

  • Για παιδιά έως 2 ετών: μηδενική χρήση οθόνης, με εξαίρεση τις βιντεοκλήσεις με συγγενείς υπό την επίβλεψη γονέα.
  • Για παιδιά 2-5 ετών: έως 1 ώρα την ημέρα, με περιεχόμενο υψηλής ποιότητας και πάντα με παρακολούθηση από τον γονέα.
  • Για παιδιά 5-17 ετών: όχι περισσότερο από 2 ώρες την ημέρα για λόγους ψυχαγωγίας, με εξαίρεση τις εκπαιδευτικές ανάγκες.

Σε ποιά ηλικία είναι κατάλληλο ένα παιδί να έχει το δικό του κινητό;

H ηλικία που προτείνεται να αποκτήσει ένα παιδί το δικό του κινητό είναι περίπου τα 13 έτη. Όμως, το θέμα δεν αφορά μόνο την ηλικία. Εξίσου σημαντικοί παράγοντες είναι η ωριμότητα του παιδιού, η ικανότητά του να διαχειρίζεται την τεχνολογία και οι κοινωνικές του δεξιότητες. Αν, για παράδειγμα, ένα παιδί είναι παρορμητικό ή χάνει συχνά τα πράγματά του, ίσως είναι προτιμότερο να ξεκινήσει με ένα βασικό κινητό χωρίς πρόσβαση σε Social Media και παιχνίδια.

Πώς μπορούμε να θέσουμε όρια στη χρήση οθονών;

  • Ξεκινάμε θέτοντας τα όρια με ενσυναίσθηση. Ο χρόνος χρήσης οθόνης είναι μία σημαντική πηγή διασκέδασης για πολλά παιδιά. Επικοινωνούμε στο παιδί ότι καταλαβαίνουμε τις ανάγκες του και πως οι στιγμές χαλάρωσης και διαλείμματος χρειάζονται για όλους μας.
  • Διατηρούμε ένα πρόγραμμα. Ορίζουμε συγκεκριμένο χρόνο την ημέρα ή την εβδομάδα που τα παιδιά γνωρίζουν ότι τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις οθόνες, π.χ. μόλις γυρίσουν από το σχολείο, ή μισή ώρα πριν το βραδινό φαγητό. Το πρόγραμμα αυτό βοηθάει τα παιδιά στο να περιμένουν κάτι σε συγκεκριμένη ώρα, και μπορεί να μειώσει τα αιτήματά τους να χρησιμοποιήσουν τις οθόνες εκτός αυτού του ορισμένου χρόνου.
  • Δεν διαπραγματευόμαστε το όριο. Είναι λογικό τα παιδιά να αντιστέκονται στους κανόνες και τα όρια, ωστόσο συνήθως προσαρμόζονται σε αυτό μετά από μία ή δύο εβδομάδες. Για αυτό και είναι σημαντικό να διατηρούμε το όριο, να μην είναι διαπραγματεύσιμο και να αποφύγουμε τις εξαιρέσεις, ιδιαίτερα στην αρχή.  Όταν το όριο έχει γίνει αποδεκτό από το παιδί, μπορούμε κάποιες φορές να κάνουμε μερικές εξαιρέσεις και να δώσουμε λίγο παραπάνω χρόνο στα παιδιά, αν αυτό θεωρούμε ότι θα λειτουργήσει θετικά σε μία δεδομένη στιγμή.
  • Ενθαρρύνουμε την εμπλοκή του παιδιού σε άλλες δραστηριότητες. Όταν λέμε στα παιδιά να μην κάνουν κάτι, χρειάζεται να τους προτείνουμε και μια εναλλακτική για το τι μπορούν να κάνουν. Μπορούμε να φτιάξουμε μία λίστα μαζί με το παιδί που θα περιλαμβάνει δραστηριότητες που του αρέσουν, χωρίς τη χρήση οθόνης, π.χ. χειροτεχνίες, χόμπι, παιχνίδια, εξωτερικές δραστηριότητες.
  • Οργανώνουμε δραστηριότητες σαν οικογένεια, που δεν περιλαμβάνουν οθόνες, όπως βραδιά οικογενειακού παιχνιδιού, πεζοπορία, bowling.
  • Ορίζουμε συγκεκριμένες ώρες χωρίς οθόνες, π.χ., κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού ή ένα βράδυ την εβδομάδα.
  • Λειτουργούμε ως πρότυπα. Φροντίζουμε να περιορίζουμε κι εμείς οι ίδιοι τη χρήση που κάνουμε, αν παρατηρούμε ότι περνάμε πολύ χρόνο μπροστά στις οθόνες, όπως επίσης και να ακολουθούμε τις καθορισμένες ώρες χωρίς οθόνη που έχουμε συμφωνήσει όλοι μαζί.
  • Προσαρμοζόμαστε ανάλογα με τις ανάγκες. Σε περίπτωση που συνειδητοποιήσουμε ότι η προσέγγιση μας είναι είτε πολύ αυστηρή είτε πολύ ανεκτική, πάντα μπορούμε να την προσαρμόσουμε ή να την αλλάξουμε.
  • Ενθαρρύνουμε την ψηφιακή εγγραματοσύνη. Κάποια στιγμή το παιδί μας ενδέχεται να εκτεθεί σε περιεχόμενο που δεν έχουμε εγκρίνει ως γονείς ή σε συσκευές χωρίς φίλτρα. Μιλάμε με το παιδί μας για τις καταστάσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί και την αντίστοιχη συμπεριφορά που περιμένουμε από εκείνο. Ενθαρρύνουμε το παιδί να σκέφτεται κριτικά για αυτά που βλέπει στις οθόνες και για τις πληροφορίες που παίρνει από το διαδίκτυο.

Πώς θέτουμε όρια στη χρήση οθονών ανά ηλικία;

Κατά την προσχολική και σχολική ηλικία, οι γονείς χρειάζεται να συμμετέχουν ενεργά στο χρόνο που περνούν τα παιδιά μπροστά στην οθόνη.

  • Χρησιμοποιούμε γονικό έλεγχο, προκειμένου να περιορίσουμε την πιθανή έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, όπως επίσης και χρονοδιακόπτες, εφαρμογές ή ρυθμίσεις στις συσκευές που επιτρέπουν να ορίσουμε συγκεκριμένο χρόνο για τη χρήση της οθόνης.
  • Περνάμε δημιουργικό χρόνο μαζί με το παιδί, χρησιμοποιώντας τις οθόνες, προτιμώντας διαδραστικές επιλογές που εμπλέκουν και το παιδί.
  • Κρατάμε τις οθόνες μακριά από τα υπνοδωμάτια των παιδιών, ειδικά πριν την ώρα του ύπνου.
  • Βεβαιωνόμαστε ότι το παιδί βρίσκεται κοντά μας κατά τη διάρκεια χρήσης της οθόνης, προκειμένου να μπορούμε να επιβλέπουμε τη δραστηριότητά του.
  • Συζητάμε συχνά με το παιδί μαςποια παιχνίδια και εφαρμογές χρησιμοποιεί, όπως επίσης και ποια προγράμματα παρακολουθεί.

Στην εφηβεία τα παιδιά έχουν ακόμα την ανάγκη για την υποστήριξη του ενήλικα, ωστόσο χρειάζεται να αρχίσουν να μαθαίνουν και μόνα τους πως να διαχειρίζονται το χρόνο τους στην οθόνη.

  • Χρήση εφαρμογών. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε εφαρμογές που στοχεύουν να βοηθήσουν στη ρύθμιση της χρήσης του κινητού, και μπορούν να είναι σημαντικό εργαλείο για τους εφήβους που έχουν μεγαλύτερη αυτονομία με διάφορες συσκευές.
  • Οι έφηβοι χρειάζονται ευελιξία. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι για τους εφήβους οι οθόνες αποτελούν βασικό τρόπο κοινωνικοποίησης αλλά και υποστήριξης στις εκπαιδευτικές τους υποχρεώσεις, αντί για άκαμπτα όρια, μπορούμε να εστιάσουμε στο πως προτεραιοποιούν το χρόνο τους στις οθόνες και αν τον αξιοποιούν κατάλληλα ανάλογα με τις υποχρεώσεις τους. Παράλληλα, μπορεί να είναι χρήσιμο σε ορισμένες περιπτώσεις να προσαρμόσουμε εν μέρει το όριο στις επιθυμίες τους, εφαρμόζοντας μία δοκιμαστική περίοδο. Για παράδειγμα, ο έφηβος γιος μας μπορεί να υποστηρίζει ότι η χρήση οθονών δεν επηρεάζει τον ύπνο του ή το να κάνει μία εργασία μαζί με κάποιον φίλο του μέσω βίντεοκλήσης του είναι πιο εύκολο. Σε αυτήν την περίπτωση μπορούμε να δοκιμάσουμε την πρότασή του, να το παρατηρήσουμε στην πράξη, και αν πράγματι λειτουργεί να το προσαρμόσουμε αναλόγως.

Εκπαιδεύουμε το παιδί σχετικά με την κατάλληλη συμπεριφορά στο διαδίκτυο. Οι διαδικτυακές σχέσεις και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της εφηβικής ζωής. Αυτό είναι κάτι φυσιολογικό, να θέλει δηλαδή το παιδί να είναι μέρος αυτού του κόσμου, αρκεί να γνωρίζει και να κατανοεί ποια είναι η συμπεριφορά που χρειάζεται να έχει. Εξηγούμε στο παιδί τι επιτρέπεται και τι όχι, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η κοινή χρήση προσωπικών πληροφοριών στο διαδίκτυο. Μαθαίνουμε στο παιδί μας να μην μοιράζεται και να μη στέλνει περιεχόμενο που δεν θα ήθελε να το δουν όλοι. Είναι πολύ πιθανό να κάνει λάθη, χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γι αυτό και χρειάζεται να είμαστε δίπλα του, να μπορεί να μοιραστεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, να συζητάμε για αυτά τα λάθη μαζί του και πώς θα μπορούσαν να το βοηθήσουν στο μέλλον.

Πώς μπορούμε να θέσουμε όρια σε παιδιά που έχουν λάβει διάγνωση ΔΕΠ-Υ ή ΔΑΦ;2025-09-17T11:17:37+03:00

Η οριοθέτηση στα παιδιά με διάγνωση ΔΕΠ-Υ ή ΔΑΦ χρειάζεται ευελιξία, δημιουργικότητα και καλή κατανόηση των αναγκών του παιδιού. Παρουσιάζονται συχνά σημαντικές προκλήσεις, ωστόσο, με την κατάλληλη προσέγγιση τα όρια μπορεί να εδραιωθούν με τρόπο που προσφέρουν στο παιδί μια αίσθηση ασφάλειας και υποστήριξης. Λαμβάνοντας υπόψη, το ευρύ φάσμα του Αυτισμού και τις διαφορές στο επίπεδο λειτουργικότητας, κατανόησης, λόγου και επικοινωνίας των παιδιών που εντάσσονται στο φάσμα, αλλά και τις διαφοροποιήσεις των εκδηλώσεων συμπεριφοράς των παιδιών με ΔΕΠ-Υ, παρακάτω δίνονται κάποιες στρατηγικές γενικού περιεχομένου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αξιολογείται από τους ειδικούς το επίπεδο και οι ικανότητες του κάθε παιδιού ούτως ώστε να επιλέγεται κάθε φορά η καλύτερη και η καταλληλότερη προσέγγιση.

  • Δημιουργούμε ένα σαφές και καθορισμένο πρόγραμμα. Τα παιδιά με ΔΑΦ ή ΔΕΠ-Υ δυσκολεύονται ιδιαίτερα με τις αλλαγές και την αβεβαιότητα, για αυτό και είναι σημαντικό να εξασφαλίζομε ένα δομημένο και σταθερό περιβάλλον.
  • Χρησιμοποιούμε οπτικά μέσα, όπως χρονοδιαγράμματα που αποτυπώνουν το ημερήσιο πρόγραμμα, εικόνες, γραφήματα και εφαρμογές που βοηθούν τα παιδιά να γνωρίζουν τι να περιμένουν στη συνέχεια.
  • Τηρούμε με συνέπεια τη ρουτίνα  του παιδιού (ώρες αφύπνισης, γευμάτων συνήθειες πριν τον ύπνο). Όσο πιο προβλέψιμη είναι η μέρα, τόσο μειώνεται και το άγχος του παιδιού γύρω από τις μεταβάσεις.
  • Ορίζουμε σαφείς και απλούς κανόνες, χρησιμοποιώντας αντίστοιχη γλώσσα. Είμαστε άμεσοι και συγκεκριμένοι σε αυτό που ζητάμε από το παιδί. Ξεκινάμε πρώτα από τα σημαντικά και χτίζουμε πάνω σε αυτά, αποφεύγοντας να κατακλύσουμε το παιδί με κανόνες.
  • Χρησιμοποιούμε θετική ενίσχυση και ανταμείβουμε τη θετική συμπεριφορά. Εστιάζουμε στη θετική συμπεριφορά και προσφέρουμε ανταμοιβές ακόμα και για μικρά πράγματα. Επιλέγουμε να προσφέρουμε την ενίσχυση άμεσα, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι κάνουν τη σύνδεση ανάμεσα στη συμπεριφορά και την ανταμοιβή.
  • Είμαστε ευέλικτοι με τα όρια και έχουμε υπομονή, ώστε να διασφαλίσουμε ότι το παιδί δεν αισθάνεται παγιδευμένο ή πολύ περιορισμένο. Ευελιξία σημαίνει να προσαρμόζουμε τον τρόπο που θέτουμε τα όρια. Κατανοούμε και εντοπίζουμε τα ερεθίσματα π.χ. υπερδιέγερση ή άγχος, που καθιστούν πιο δύσκολη την τήρηση ορίων και φροντίζουμε την ελαχιστοποίηση αυτών. Παράλληλα, δίνουμε επιλογές στο παιδί, γεγονός που το κάνει να νιώθει ότι  έχει περισσότερο έλεγχο. Μπορούμε να πούμε στο παιδί για παράδειγμα «θέλεις να καθαρίσεις τώρα το δωμάτιο σου ή να φας πρώτα το φαγητό σου και να το καθαρίσεις μετά;».
  • Ενημερώνουμε τα παιδιά για τις συνέπειες, αλλά διατηρούμε την ευελιξία μας. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή αυτισμό μπορεί να δυσκολεύονται να κατανοήσουν γιατί κάτι δεν πάει καλά μέχρι να τους το εξηγήσουμε άμεσα και με σαφήνεια. Ωστόσο οι συνέπειες χρειάζεται να είναι προβλέψιμες και να έχουν εξηγηθεί στο παιδί εκ των προτέρων.
  • Διατηρούμε την ψυχραιμία μας όταν θέτουμε τα όρια. Παραμένουμε ήρεμοι και προσπαθούμε να μην αντιδράσουμε συναισθηματικά. Παράλληλα, είναι σημαντικό να αποφύγουμε τη διαφωνία και την ένταση εκείνη τη στιγμή. Χρησιμοποιούμε εναλλακτικούς τρόπους να επικοινωνήσουμε το όριο, αν οι προφορικές οδηγίες δε λειτουργούν, όπως οπτικές ή αισθητηριακές ενδείξεις.
  • Δείχνουμε ενσυναίσθηση. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή αυτισμό μπορεί να δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τα όρια, επειδή φορτίζονται συναισθηματικά πιο εύκολα ή δεν τους είναι εύκολο να επεξεργαστούν τους κανόνες. Γι αυτό είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε τις προσπάθειές τους, ακόμα κι αν δεν τα καταφέρουν τέλεια. Αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες και τις προκλήσεις, και δείχνουμε ενσυναίσθηση και υπομονή.
  • Συνεργαζόμαστε με το παιδί για να συνδιαμορφώσουμε τα όρια. Όταν είναι δυνατό, εμπλέκουμε το παιδί στη διαμόρφωση των κανόνων ή του πλάνου της ημέρας, ώστε να νιώθει ότι έχει λόγο και συμμετοχή. Αυτό αυξάνει τη διάθεση συνεργασίας και μειώνει τις συγκρούσεις.
  • Προσαρμόζουμε τις προσδοκίες μας με βάση τη φάση ανάπτυξης και τις ιδιαιτερότητες του παιδιού. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ ή ΔΑΦ δεν “αρνούνται” τα όρια, αλλά μπορεί να δυσκολεύονται να τα επεξεργαστούν ή να τα εφαρμόσουν λόγω νευροαναπτυξιακών διαφορών. Η πρόοδος μετριέται συχνά σε μικρά βήματα.
  • Φροντίζουμε και τον εαυτό μας ως φροντιστές. Η θέσπιση ορίων με συνέπεια απαιτεί σταθερότητα, ψυχραιμία και επάρκεια πόρων, κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο για έναν γονέα ή δάσκαλο. Είναι χρήσιμο να ζητάμε βοήθεια από επαγγελματίες ψυχικής υγείας, να συμμετέχουμε σε ομάδες υποστήριξης ή να κάνουμε διαλείμματα όταν χρειάζεται.
  • Αναζητούμε τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας, ενός συμβούλου ή ενός θεραπευτή που μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία ενός εξατομικευμένου πλάνου συμπεριφοράς για το παιδί.
Πώς μπορεί το σχολείο να συνεργαστεί με τους γονείς στην οριοθέτηση;2025-09-17T11:17:40+03:00

Όταν οι γονείς συνεργάζονται με το σχολείο για να θέσουν τα όρια ή να τα ενισχύσουν, δημιουργούν ένα ισχυρό σύστημα υποστήριξης για τα παιδιά, τα οποία γνωρίζουν με αυτόν τον τρόπο ότι οι κανόνες είναι σταθεροί, είτε είναι στο σπίτι είτε είναι στο σχολείο, κάτι που διευκολύνει το παιδί να σεβαστεί τα όρια. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

  • Διατηρούμε μία ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με το σχολείο. Προγραμματίζουμε τακτικές συναντήσεις γονέων-δασκάλων, όπου δίνεται χώρος να συζητήσουμε σχετικά με τη συμπεριφορά του παιδιού, τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, τις προσδοκίες και τα όρια τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο. Χρησιμοποιούμε ημερήσιες ή εβδομαδιαίες αναφορές μέσω e-mail, έντυπης μορφής ή τηλεφωνικής επικοινωνίας, όπως επίσης και κοινόχρηστα ημερολόγια με τα προγράμματα των παιδιών, τις προθεσμίες, τις ημερομηνίες εξετάσεων και τις εκδηλώσεις.
  • Διατηρούμε συνέπεια στους κανόνες και στις προσδοκίες. Συνεργαζόμαστε με το σχολείο ως γονείς και συμφωνούμε από κοινού σε συγκεκριμένους κανόνες, οι οποίοι θα είναι κοινοί και στα δύο πλαίσια. Π.χ. αν στο σχολείο υπάρχει ο κανόνας ότι δεν επιτρέπονται τα κινητά τηλέφωνα την ώρα του μαθήματος, μπορούμε να το υποστηρίξουμε κι εμείς ως γονείς στο σπίτι περιορίζοντας τη χρήση του κινητού κατά τη διάρκεια του διαβάσματος.
  • Χρησιμοποιούμε από κοινού στρατηγικές ενίσχυσης θετικής συμπεριφοράς, όπως επίσης και συνέπειες όταν ένα παιδί παρεμβαίνει στα όρια.
  • Συμμετέχουμε σε εργαστήρια και εκπαιδευτικά σεμινάρια για γονείς και εκπαιδευτικούς σχετικά με την οριοθέτηση, την επικοινωνία των ορίων στα παιδιά και τη σημασία αυτών.
  • Δημιουργούμε εξατομικευμένο πλάνο για παιδιά που ενδεχομένως χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα και υποστήριξη.

Συνεργαζόμαστε όταν προκύπτουν συγκρούσεις μεταξύ της συμπεριφοράς του παιδιού στο σχολείο και στο σπίτι και αναζητούμε λύσεις από κοινού. Παραμένουμε ανοιχτοί ως γονείς στις προτάσεις που φέρνει το σχολείο καθώς μπορεί να προσφέρει ιδέες που κι εμείς δεν είχαμε σκεφτεί. Αντίστοιχα και οι εκπαιδευτικοί από την πλευρά τους δίνουν χώρο στις προτάσεις των γονέων για το τι θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα σε περίπτωση συγκρούσεων.

Go to Top