Q&A

Σε αυτή την ενότητα θα βρείτε απαντήσεις σε ερωτήσεις που μας έχετε στείλει. Σε περίπτωση που επιθυμείτε μπορείτε να στείλετε επιπλέον ερωτήματα/απορίες σχετικά με τις θεματικές μας.

Q&A2024-04-19T16:00:11+03:00

Συχνές ερωτήσεις

Πόσο σημαντικό είναι να θέτουμε όρια κατά τη διάρκεια των πρώτων δυο ετών της παιδικής ηλικίας; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιτύχουμε αυτό;2024-05-16T15:35:20+03:00

Η θέσπιση ορίων αποτελεί μια πολύτιμη διαδικασία για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, δεν λείπουν, ωστόσο, οι πολλαπλές προκλήσεις. Ως γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι η ηλικία των παιδιών και το  στάδιο ανάπτυξης στο οποίο βρίσκονται, καθορίζουν και τα εκάστοτε όρια που θέτουμε.

Για παράδειγμα, κατά το πρώτο έτος της ζωής του παιδιού, το βρέφος εξαρτάται αποκλειστικά από τους φροντιστές του και συνήθως τον ρόλο του βασικού φροντιστή αναλαμβάνει η μητέρα. Κατά την περίοδο αυτή, ο φροντιστής στοχεύει στην κάλυψη των αναγκών και στην προσέγγιση του βρέφους με αγάπη και ζεστασιά, καθώς είναι η περίοδος που το ίδιο πρωτογνωρίζει τον κόσμο και διαμορφώνει μια σχέση εμπιστοσύνης και ασφάλειας με τα βασικά άτομα φροντίδας. Συνεπώς, η φάση αυτή δεν αποτελεί κατάλληλη περίοδο καθορισμού ορίων για τους γονείς.

Έπειτα, κατά το δεύτερο έτος της ζωής, που το παιδί σταδιακά εντάσσεται στη νηπιακή ηλικία, ξεκινά να ανακαλύπτει τον κόσμο γύρω του αλλά και να αποζητά μια πρώιμη μορφή αυτονομίας. Έτσι, τα παιδιά στην ηλικία αυτή μαθαίνουν να κάνουν επιλογές σχετικά με το φαγητό που προτιμούν, με τα παιχνίδια που τους αρέσει περισσότερο να παίζουν αλλά και με τη χρήση της τουαλέτας, αναπτύσσοντας σταδιακά τις δεξιότητες αυτονόμησης και ανεξαρτησίας. Το δεύτερο έτος ζωής, λοιπόν, συνήθως είναι η στιγμή που οι γονείς κάνουν τα πρώτα βήματα για τη θέσπιση ορίων ως προς τη συμπεριφορά των παιδιών. Για την χρονική αυτή περίοδο είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όσο πιο μικρό ηλικιακά είναι ένα παιδί, τόσο πιο ξεκάθαρα, σύντομα και λιτά πρέπει να γίνει η διαδικασία της οριοθέτησης.

Για τα παιδιά μεγαλύτερα των 2 ετών, και καθώς τα ίδια αποκτούν σταδιακά όλο και μεγαλύτερη ανάγκη αυτονόμησης και εντάσσονται σε επιπλέον κοινωνικά πλαίσια, πέραν της οικογένειας, τόσο πιο σύνθετη γίνεται η διαδικασία της θέσπισης ορίων, και πλέον περιλαμβάνει τον διάλογο με το παιδί αλλά και τις εξηγήσεις για τα όρια και τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Η πολυπλοκότητα στη θέσπιση ορίων κλιμακώνεται για πολλές οικογένειες κατά την εφηβεία, όπου η ανάγκη για αυτονόμηση και ανεξαρτητοποίηση είναι μεγάλη και η διαδικασία αυτή φέρνει πολλές συγκρούσεις.

Γιατί πρέπει να βάζουμε όρια, ποια η χρησιμότητά τους;2024-05-16T15:34:14+03:00

Αναφορικά με τη χρησιμότητα των ορίων σε οποιαδήποτε ηλικία και κυρίως για τα παιδιά και τους εφήβους, μπορούμε να αναφέρουμε ότι τα όρια προσφέρουν:

  • Ασφάλεια: Τα όρια κρατούν τα παιδιά ασφαλή και τα προστατεύουν, μιας και γνωρίζουν τι είναι ασφαλές να κάνουν και τι όχι, αλλά και ότι μπορούν να λάβουν περαιτέρω καθοδήγηση και υποστήριξη από τους γονείς, εφόσον το χρειαστούν.
  • Προβλεψιμότητα: Η θέσπιση και η διατήρηση των ορίων προσφέρει ένα δομημένο περιβάλλον όπου τα παιδιά αισθάνονται ασφάλεια και αυτοπεποίθηση για να εξερευνήσουν και να μάθουν.
  • Κοινωνικοποίηση: Η θέσπιση ορίων διδάσκει στα παιδιά με ποιον τρόπο μπορούν να αλληλεπιδρούν με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους, προωθώντας την κοινωνικοποίησή τους.
  • Αυτονομία & Ανεξαρτησία: Κατανοώντας τι αναμένεται από τα παιδιά και ποιοι είναι οι κανόνες συμπεριφοράς, τα παιδιά μπορούν με αυτοπεποίθηση να κάνουν επιλογές εντός των ορίων, γεγονός που ενισχύει το αίσθημα αυτονομίας αλλά και τη σταδιακά αυξανόμενη ανεξαρτησία.
  • Διαχείριση συναισθημάτων & συμπεριφοράς: Μέσα από τα όρια τα παιδιά μπορούν να αντιληφθούν σταδιακά τα συναισθήματά τους. Παράλληλα, όταν τα παιδιά μαθαίνουν από νωρίς να αντιλαμβάνονται και να σέβονται όρια, μπορούν να προσαρμοστούν καλύτερα στα όρια που θα προκύψουν καθώς μεγαλώνουν.
  • Σεβασμός στους άλλους: Τα όρια διδάσκουν στα παιδιά ότι οι πράξεις τους μπορούν να έχουν επίδραση σε άλλους ανθρώπους, ενισχύοντας, έτσι, την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό προς τρίτους.
  • Ενίσχυση της σχέσης γονέα – παιδιού: Όταν τα όρια τίθενται και διατηρούνται με συνέπεια, ενισχύεται ο δεσμός μεταξύ γονέα και παιδιού, καθώς το παιδί γνωρίζει τι να περιμένει από τον φροντιστή του.
Πώς μπορούμε να ενθαρρύνουμε τη θετική συμπεριφορά και να ανακατευθύνουμε τις αρνητικές ενέργειες, κατά την οριοθέτηση;2024-05-16T15:33:05+03:00

Όταν προσπαθούμε να θέσουμε αλλά και να διατηρήσουμε σαφή και ρεαλιστικά όρια είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου τα εξής:

  • Θέτουμε προτεραιότητες και προσπαθούμε να εστιάσουμε την προσοχή μας στις συμπεριφορές που θέλουμε να οριοθετήσουμε πρώτα.
  • Έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι είναι αναπτυξιακά κατάλληλο για το παιδί.
  • Εξηγούμε τους λόγους και τον σκοπό πίσω από τους κανόνες, ακόμα και αν τα παιδιά είναι πολύ μικρά. Όταν τα παιδιά είναι μεγαλύτερα μπορούμε να ζητήσουμε να συμμετέχουν στη διαδικασία διαμόρφωσης των ορίων.
  • Χρησιμοποιούμε θετική γλώσσα για να δηλώσουμε τόσο τα όρια όσο και τις συνέπειες που πρόκειται να εφαρμοσθούν στην περίπτωση που τα παιδιά δεν τα ακολουθήσουν – αντί για “Μην τρέχεις!” μπορούμε να πούμε “Σε παρακαλώ, περπάτα λίγο πιο αργά”
  • Παραμένουμε συνεπείς, εφαρμόζουμε τα όρια και τις συνέπειες των ορίων, ώστε τα παιδιά να γνωρίζουν τι να περιμένουν. Ωστόσο, δεν είμαστε αδιάλλακτοι, και επιτρέπουμε την προσαρμογή των ορίων μετά από συζήτηση.

Προκειμένου να ενθαρρύνουμε τις θετικές συμπεριφορές έναντι των αρνητικών από τα παιδιά στοχεύουμε στο να:

  • Επαινούμε τα παιδιά όταν συμπεριφέρονται εντός των ορίων που έχουμε θεσπίσει, με τρόπους που έχουν νόημα για το παιδί με βάση την ηλικία του (π.χ. αγκαλιά, όμορφα λόγια, κ.ο.κ.)
  • Παρέχουμε ένα περιβάλλον όπου το παιδί έχει τις ευκαιρίες να επιτύχει στη διατήρηση των ορίων
  • Αφιερώνουμε ποιοτικό χρόνο ώστε τα παιδιά να έχουν την ευκαιρία να εξερευνούν με ασφάλεια τα όρια και να ζητούν καθοδήγηση και επεξηγήσεις, εφόσον χρειαστούν
  • Αποσπούμε ή ανακατευθύνουμε την προσοχή εάν τα παιδιά υπερβαίνουν τα όρια, καθοδηγώντας τα σε μια πιο κατάλληλη δραστηριότητα, ιδιαίτερα όταν είναι μικρότερα
  • Συζητάμε γύρω από τα όρια αλλά και τα συναισθήματα των παιδιών, όταν αυτά υπερβαίνουν τα όρια, αντί να προσφύγουμε σε τιμωρία
  • Προσφέρουμε επιλογές, προκειμένου να ενισχύσουμε το αίσθημα της αυτονομίας και της ευθύνης που έχουν τα παιδιά, παραμένοντας εντός των ορίων που έχουμε θέσει αλλά και για την αποκλιμάκωση πιθανής έντασης.
Πώς μπορούμε να θέσουμε όρια στους εφήβους, ειδικά αν δεν έχουν καθοριστεί κατά την παιδική ηλικία; Ποιες είναι οι πιο αποτελεσματικές πρακτικές για την επικοινωνία και τη στήριξη;2024-05-16T15:37:19+03:00

Τα όρια που τίθενται στα παιδιά και τους εφήβους παραμένουν μεταβλητά ανάλογα με την ηλικία τους αλλά και τις ανάγκες τους. Η οριοθέτηση στους εφήβους πολλές φορές μπορεί να αποδεικνύεται μια απαιτητική διαδικασία, ιδιαίτερα αν δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια οριοθέτησης στο παρελθόν. Στις περιπτώσεις αυτές θα μπορούσαμε να ζητήσουμε τη βοήθεια ειδικού ώστε να μας κατευθύνει κατά τη διαδικασία οριοθέτησης. Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να κατανοούμε ότι:

  • Οι έφηβοι έχουν ανάγκη για σταδιακή αύξηση των επιπέδων ανεξαρτησίας και ιδιωτικότητάς τους, και άρα είναι σημαντικό να προσαρμόζουμε τα όρια σύμφωνα με την ηλικίας τους, διατηρώντας ξεκάθαρες προσδοκίες.
  • Το ειλικρινές μας ενδιαφέρον στις σκέψεις και τα συναισθήματά τους είναι απαραίτητο προκειμένου να μπορέσουμε να αφουγκραστούμε τις ανάγκες τους και να συνδιαμορφώσουμε τα όρια, καθώς όταν τα ίδια τα παιδιά συμμετέχουν στη διαδικασία θέσπισης των ορίων, είναι πιο πιθανό να τα ακολουθήσουν.
  • Ο αναστοχασμός των εφήβων αποτελεί σημαντική διαδικασία προκειμένου να εντοπίσουν τις δικές τους ανάγκες και προσωπικά όρια, ώστε τα όρια που θα συνδιαμορφώσουμε να ανταποκρίνονται επακριβώς σε αυτές.
  • Προσπαθούμε να αποτελούμε, όσο είναι εφικτό,  οι ίδιοι υγιή πρότυπα για τους εφήβους, μιας και η μίμηση από μικρή ηλικία αποτελεί σπουδαία πηγή μάθησης. Είναι, επίσης, σημαντικό να εμπλέξουμε άτομα του στενού μας περιβάλλοντος που μπορούν και εκείνοι να αποτελέσουν πρότυπα για συγκεκριμένες συμπεριφορές.
  • Τέλος, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η εφηβεία είναι μια απαιτητική περίοδος για τα ίδια τα παιδιά και χαρακτηρίζεται από πολλαπλές αλλαγές στις οποίες οι έφηβοι προσπαθούν να προσαρμοστούν. Συνεπώς, οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε με ενσυναίσθηση, κατανόηση και υπομονή, προκειμένου να τα βοηθήσουμε να πλοηγηθούν στην εξέταση, τη δοκιμασία και, εν τέλει, την εφαρμογή των ορίων.

Οι τεχνικές επικοινωνίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διαμόρφωση των ορίων με τους εφήβους μπορούν να διευκολύνουν σημαντικά τη διαδικασία αυτή. Κάποιες από αυτές τις τεχνικές μπορεί να είναι οι εξής:

  • Διατήρηση ήρεμου τόνου φωνής και ήπιων κινήσεων σώματος
  • Διατήρηση βλεμματικής επαφής, για να εμπνεύσουμε σιγουριά και αυτοπεποίθηση σχετικά με όσα συζητούνται
  • Εστίαση σε μια πληροφορία κάθε φορά για να δώσουμε σε κάθε επιθυμητή συμπεριφορά τη σημασία που της αρμόζει
  • Αποφυγή χρήσης απειλών στον λόγο μας
  • Αποφυγή δημιουργίας ενοχών στους εφήβους
  • Αποφυγή χρήσης ταμπέλων με αρνητικό πρόσημο για τον έφηβο
  • Εστίαση στην επιθυμητή συμπεριφορά και όχι σε αυτήν που θέλουμε να αποφύγει ο έφηβος
  • Χρήση φράσεων κατάφασης και όχι ερωτήσεις σχετικά με τη διατήρηση ορίων.
Ποιοι είναι οι αποτελεσματικοί τρόποι διαχείρισης του θυμού στα παιδιά; Πώς μπορούμε να ενθαρρύνουμε την έκφραση των συναισθημάτων τους με θετικό τρόπο;2024-05-16T15:30:28+03:00

Η διαχείριση του θυμού στα παιδιά και η ενθάρρυνσή τους να εκφράζουν με θετικό τρόπο τα συναισθήματά τους αποτελούν κρίσιμες πτυχές της συναισθηματικής τους ανάπτυξης. Ο θυμός μπορεί να είναι ένα σύνηθες συναίσθημα όταν τίθενται όρια για τη συμπεριφορά τους από το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν ένα παιδί βιώνει έντονα αισθήματα θυμού, τότε είναι σημαντικό να:

  • Παραμένουμε ήρεμοι. Τα παιδιά συχνά αντικατοπτρίζουν τις συναισθηματικές αντιδράσεις των γύρω τους, και έτσι μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να ηρεμήσει.
  • Αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του, αλλά χωρίς να ενδώσουμε. Μπορούμε να πούμε “Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ αναστατωμένος τώρα”.
  • Δεν προσπαθούμε να κάνουμε διάλογο, δίνοντας χρόνο στο παιδί να ηρεμήσει αλλά και σε εμάς να ανασυνταχθούμε και να σκεφτούμε με ψυχραιμία πώς θέλουμε να διαχειριστούμε την κατάσταση.

Προκειμένου να ενθαρρύνουμε τη θετική έκφραση των συναισθημάτων του παιδιού, και έπειτα από κάποια ενδεχόμενη έκρηξη θυμού:

  • Αναγνωρίζουμε και κατανοούμε το «δύσκολο» συναίσθημα του παιδιού, επισημαίνοντας τα ακριβή συναισθήματα που πιστεύουμε ότι βιώνει (απογοήτευση, θυμός, κτλ), καθώς είναι το πρώτο βήμα για τη διαχείρισή τους.
  • Δείχνουμε ενσυναίσθηση στο παιδί και στο αρνητικό συναίσθημα που βιώνει, παρότι μπορεί να μην συμφωνούμε με τη συμπεριφορά του, προκειμένου να αισθανθεί ασφαλές αλλά και ότι γίνεται κατανοητό.
  • Υπενθυμίζουμε γιατί είναι σημαντικό να διατηρηθούν τα όρια και που εξυπηρετούν. Ιδιαίτερα για τα μικρότερα παιδιά, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή η σύνδεση της σημασίας των ορίων, των πράξεών τους και των συνεπειών της συμπεριφοράς τους.
  • Επιβραβεύουμε για κάθε προσπάθεια που κάνουν τα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους με πιο εποικοδομητικό τρόπο και ενθαρρύνουμε να μιλούν για αυτά πριν φτάσουν σε σημείο που δεν μπορούν να τα διαχειριστούν.
Πώς η συνέπεια στην επιβολή των ορίων σχετίζεται με τον κανόνα που δεν έχει τηρηθεί; Ποια είναι η σημασία της συνέπειας στην ανατροφή;2024-05-16T14:52:25+03:00

Η συνέπεια στην θέσπιση των ορίων αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη τακτική προκειμένου να διατηρηθούν τα όρια. Αρχικώς, όταν τα παιδιά γνωρίζουν τι να περιμένουν όσον αφορά στις συνέπειες των πράξεών τους, αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια. Η συνέπεια διδάσκει στα παιδιά ότι τα όρια πρέπει να γίνονται σεβαστά. Ενισχύει την αντίληψη ότι οι κανόνες δεν είναι αυθαίρετοι αλλά θεσπίζονται για την ασφάλεια, την ευημερία τους και για την ομαλή λειτουργία της οικογένειας, του σχολείου, ή της κοινωνίας. Παράλληλα, η προβλεψιμότητα τα βοηθά να κατανοήσουν τη σχέση μεταξύ της συμπεριφοράς τους και των αποτελεσμάτων της, καθιστώντας το πιο πιθανό να ακολουθήσουν τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί. Από την άλλη, η ασυνέπεια στην επιβολή των ορίων αποδυναμώνει τη σύνδεση των πράξεων που παρεμβαίνουν τα όρια με τις συνέπειές τους, και έτσι, τα παιδιά δεν μπορούν να γνωρίζουν με σιγουριά ότι κάθε πράξη τους που είναι ασύμφωνη με τους κανόνες, έχει συνέπειες. Εάν ένα όριο επιβάλλεται σποραδικά, τα παιδιά μπορεί να αναμένουν ότι το όριο αυτό δεν θα επιβάλλεται πάντα, οδηγώντας σε περισσότερες περιπτώσεις παραβίασης των ορίων.

Γίνεται κατανοητό ότι η έννοια της συνέπειας για τη γονεϊκότητα αποτελεί κεντρική αρχή. Πιο συγκεκριμένα, η συνέπεια:

  • Βοηθά στο χτίσιμο της εμπιστοσύνης μεταξύ παιδιού – γονέα, καθώς τα παιδιά εμπιστεύονται ότι οι γονείς θα φερθούν με προβλέψιμο τρόπο, γεγονός που είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια που αισθάνονται.
  • Ενισχύει το αίσθημα της αυτοπειθαρχίας, καθώς τα παιδιά “εσωτερικεύουν” τη φωνή του γονέα, που έχει ξεκάθαρες προσδοκίες και σταδιακά μαθαίνουν να κάνουν επιλογές που ευθυγραμμίζονται με τις προσδοκίες αυτές.
  • Ενδυναμώνει τις δεξιότητες λήψης αποφάσεων και την αυτονομία, καθώς τα παιδιά μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τη σχέση αιτίου – αποτελέσματος (εννοώντας τη σχέση πράξης που ξεπερνά τα όρια – συνεπειών), μαθαίνουν να προβλέπουν τα αποτελέσματα που έχουν οι πράξεις τους,  και σταδιακά εκπαιδεύονται στην ορθή λήψη αποφάσεων.
Τι γίνεται όταν κατά τη διάρκεια του διαζυγίου, τα παιδιά αλλάζουν γνώμη για τον έναν γονέα και υιοθετούν την άποψη που έχει ο άλλος γονέας;2024-04-19T11:14:51+03:00

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του διαζυγίου, μπορεί να παρατηρηθεί το να μεταφέρουν τα παιδιά τη στήριξή τους από τον έναν γονιό στον άλλο, γεγονός που μπορεί να σχετίζεται με διάφορους παράγοντες. Είναι φυσιολογικό για τα παιδιά να αναπτύσσουν τις δικές τους απόψεις καθώς μεγαλώνουν και διαμορφώνουν την ταυτότητά τους. Στα οικογενειακά θέματα, οι απόψεις τους ενδέχεται να επηρεάζονται από τις εμπειρίες τους, τις σχέσεις τους με τους γονείς και γενικότερα από το περιβάλλον τους.

Ένας γονιός μπορεί επίσης να επηρεάζει, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα το παιδί, ώστε να υιοθετήσει μια αρνητική άποψη για τον άλλο γονέα. Αυτό μπορεί να πηγάζει από ανεπίλυτες συγκρούσεις, πικρία ή προσπάθεια να κερδίσει τη συμπαράσταση του παιδιού.

Η υποστήριξη μόνο του ενός γονιού μπορεί να παρέχει σταθερότητα και ασφάλεια σε ένα κατά τα άλλα ταραγμένο περιβάλλον. Επιπλέον, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος για το παιδί να διατηρήσει μια σύνδεση με τον προτιμώμενο γονιό. Το παιδί μπορεί ακόμα να αντιλαμβάνεται αυτήν την προτίμηση ως έναν τρόπο συναισθηματικής υποστήριξης του συγκεκριμένου γονέα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιδί μπορεί να αισθάνεται υποχρεωμένο να υποστηρίξει έναν γονιό έναντι του άλλου, κουβαλώντας συναισθηματικά βάρη που υπερβαίνουν τις αναπτυξιακές του ικανότητες. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν ο ένας γονέας εκφράζει έμμεσα ή άμεσα την αγανάκτηση ή τις προσδοκίες του στο παιδί.

Η συνεργασία μεταξύ των γονέων, επικεντρωμένη στην ανοικτή επικοινωνία, μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία ενός πιο σταθερού και υποστηρικτικού περιβάλλοντος για το παιδί κατά τη διάρκεια του διαζυγίου. Είναι ουσιώδες να αποφεύγονται αρνητικές συζητήσεις για τον άλλο γονιό και να προωθείται μια υγιής σχέση συν-γονεϊκότητας.

Επιπλέον, η προτεραιότητα στην ευημερία και στην κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού είναι εξαιρετικά σημαντική. Αυτό περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου το παιδί αισθάνεται ελεύθερο να διαμορφώσει τις δικές του απόψεις και να διατηρήσει υγιείς σχέσεις και με τους δύο γονείς.

Τέλος, η υποστήριξη ειδικού (ψυχολόγου ή οικογενειακού θεραπευτή) μπορεί να παράσχει ένα ασφαλές περιβάλλον για το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του και τις ανησυχίες του. Επιπλέον, επιτρέπει στους γονείς να αναγνωρίσουν μη επιθυμητές συμπεριφορές από την πλευρά τους, και να κατανοήσουν τα ζητήματα που συντελούν στην αλλαγή της αντίληψης του παιδιού.

Πώς ανακοινώνουμε το διαζύγιο στα παιδιά, όταν τα παιδιά έχουν διαφορετική ηλικία (είναι δηλαδή αδέρφια διαφορετικών ηλικιών);2024-04-19T11:13:28+03:00

Στην ερώτηση αν η ανακοίνωση του διαζυγίου πρέπει να γίνει και στα δύο αδέλφια ταυτόχρονα και από τους δύο γονείς, η απάντηση είναι ναι. Μιλήστε στα παιδιά σας μαζί. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά επιτρέπει στα παιδιά σας να γνωρίζουν ότι είστε αφοσιωμένοι στη συνεργασία ως γονείς τους. Είναι επίσης σημαντικό τα παιδιά σας να ακούσουν αυτά τα νέα ταυτόχρονα και απευθείας από τη μαμά και τον μπαμπά. Όχι από τον αδελφό/ή που το άκουσε πρώτος/η.

Ένα ενιαίο μήνυμα και από τους δύο γονείς είναι ζωτικής σημασίας στην πρώτη ανακοίνωση του διαζυγίου για τα παιδιά όλων των ηλικιών. Ωστόσο, χρειάζεται και οι δυο γονείς να είναι ψύχραιμοι κατά την  ανακοίνωση. Εάν κάποιος από τους δυο νιώθει πικρία και δεν μπορεί να εκφραστεί με έναν ενήλικο τρόπο (χωρίς κλάματα/κατηγορίες προς τον άλλο γονέα ) καλό είναι να το πει αυτός που έχει την ετοιμότητα και τη συναισθηματική ωριμότητα να το εκφράσει. Σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε της στιγμή της ανακοίνωσης να γίνεται αντιστροφή ρόλων και να φροντίζει τελικά το παιδί τον  γονιό.

Εάν τα παιδιά σας έχουν διαφορετικές ηλικίες, σχεδιάστε να μοιραστείτε τις βασικές πληροφορίες με όλα τα παιδιά μαζί. Αργότερα μπορείτε να επικοινωνήσετε με τα μεγαλύτερα παιδιά κατά τη διάρκεια μιας ξεχωριστής συνομιλίας.

Χρησιμοποιώντας απλή γλώσσα, διαβεβαιώστε τα για την αγάπη σας και εκφράστε στοργή, δίνοντας έμφαση σε μια συλλογική προσπάθεια να περάσετε μαζί τις αλλαγές. Διευκρινίστε ότι το διαζύγιο δεν είναι δική τους ευθύνη και ενθαρρύνετέ τα να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και τις ανησυχίες τους, προωθώντας ένα μη επικριτικό και υποστηρικτικό περιβάλλον. Αποφύγετε να τους αναθέσετε ρόλους ως υποστηρικτές ή συμμάχους. Ενθαρρύνετε τις συνδέσεις με συνομηλίκους που μπορεί να μοιράζονται παρόμοιες εμπειρίες.

Για τους εφήβους, ηλικίας 13-18 ετών, δώστε περαιτέρω έμφαση στη δημιουργία χώρου για την έκφραση συναισθημάτων και ανησυχιών, συμμετέχοντας σε ανοιχτές και ειλικρινείς συζητήσεις σχετικά με πρακτικά ζητήματα όπως οι αλλαγές στη ρουτίνα και τις ρυθμίσεις διαβίωσης. Σεβαστείτε την ανάγκη τους για αυτονομία, υπενθυμίζοντάς τους ότι οι γονείς θα λάβουν τις τελικές αποφάσεις, παρέχοντας παράλληλα σαφή όρια. Αποφύγετε την εμπλοκή τους σε συγκρούσεις και βεβαιωθείτε ότι οι ευθύνες είναι κατάλληλες για την ηλικία τους. Επιπλέον, προσφέρετε υποστήριξη όσον αφορά στη διατήρηση φιλιών και τη συμμετοχή σε δραστηριότητες που παρέχουν μια αίσθηση κανονικότητας κατά τη διάρκεια αυτής της δύσκολης περιόδου.

Ποιες είναι οι πιθανές αντιδράσεις ενός παιδιού ηλικίας έως 3 ετών στο διαζύγιο; Εμφανίζεται και σε αυτές τις ηλικίες ο φόβος εγκατάλειψης από έναν γονέα;2024-04-19T11:11:40+03:00

Σε παιδιά ηλικίας έως 3 ετών, οι αντιδράσεις στο διαζύγιο μπορούν να εκδηλωθούν με διάφορους τρόπους. Ενώ μπορεί να μην κατανοούν την περίπλοκη κατάσταση ενός διαζυγίου, είναι σε θέση να αισθανθούν αλλαγές στο περιβάλλον και τις σχέσεις τους. Πιθανές αντιδράσεις περιλαμβάνουν:

  • Φόβος εγκατάλειψης: Τα παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας μπορεί να βιώσουν φόβο εγκατάλειψης από έναν ή και τους δύο γονείς. Η διακοπή της ρουτίνας τους μπορεί να προκαλέσει άγχος και αγωνία.
  • Καθυστερήσεις στην ανάπτυξη ή παλινδρόμηση: Το άγχος που σχετίζεται με το διαζύγιο μπορεί να συμβάλει σε καθυστερήσεις στα αναπτυξιακά ορόσημα ή ακόμα και σε παλινδρόμηση σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης. Αυτό μπορεί να παρατηρηθεί σε τομείς όπως η ομιλία, οι κινητικές δεξιότητες ή η εκπαίδευση τουαλέτας.
  • Έντονες συναισθηματικές εξάρσεις: Συναισθηματικές εκφράσεις όπως αυξημένος θυμός, κλάμα, ξεσπάσματα ή γκρίνια μπορεί να είναι κοινές αντιδράσεις. Αυτές οι συμπεριφορές μπορεί να σημαίνουν τη δυσκολία του παιδιού να επεξεργαστεί τις αλλαγές και να εκφράσει τα συναισθήματά του λεκτικά.
  • Σωματικές ενοχλήσεις: Τα παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας μπορεί να παρουσιάσουν σωματικές ενοχλήσεις, όπως στομαχόπονους ή πονοκεφάλους. Αυτά τα παράπονα μπορεί να είναι ένας τρόπος για να επικοινωνήσουν τη συναισθηματική τους δυσφορία, καθώς μπορεί να μην έχουν αναπτύξει τις γλωσσικές δεξιότητες για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.
  • Προσχολικές προκλήσεις: Στο νηπιαγωγείο, γύρω στις ηλικίες 3-5, μπορεί να προκύψουν προκλήσεις στην ανάπτυξη κοινωνικών και γλωσσικών δεξιοτήτων. Το παιδί μπορεί να δυσκολευτεί να δημιουργήσει δεσμούς με συνομηλίκους ή ενήλικες, πιθανώς λόγω της αναστάτωσης στην οικογενειακή του δομή.
  • Απόσυρση: Μερικά παιδιά μπορεί να παρουσιάσουν συμπεριφορές απόσυρσης, να γίνουν πιο επιφυλακτικά ή απόμακρα. Αυτή η απόσυρση μπορεί να είναι ένας μηχανισμός αντιμετώπισης της συναισθηματικής αναταραχής που βιώνουν.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κάθε παιδί είναι μοναδικό και οι αντιδράσεις μπορεί να διαφέρουν. Ο φόβος της εγκατάλειψης, ακόμη και αν δεν είναι πλήρως αρθρωμένος, μπορεί να επηρεάσει τη συναισθηματική ευημερία ενός παιδιού κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η παροχή συνεπούς και στοργικής φροντίδας, η διατήρηση της ρουτίνας και η παροχή εξηγήσεων κατάλληλων για την ηλικία μπορούν να βοηθήσουν στην άμβλυνση των πιθανών αρνητικών επιπτώσεων του διαζυγίου στα μικρά παιδιά. Η επαγγελματική καθοδήγηση μπορεί να είναι πολύτιμη για την κατανόηση και την αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών των παιδιών αυτής της ηλικιακής ομάδας κατά τη διάρκεια της δύσκολης διαδικασίας του διαζυγίου.

Ένα κατοικίδιο θα μπορούσε να βοηθήσει ένα παιδί που βιώνει το διαζύγιο των γονιών του;2024-04-19T11:08:10+03:00

Η παρουσία ενός κατοικίδιου ζώου στη ζωή ενός παιδιού που βιώνει το διαζύγιο των γονέων μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις τόσο στο παιδί όσο και στους ενήλικες που εμπλέκονται στη διαδικασία. Τα κατοικίδια μπορούν να χρησιμεύσουν ως πηγές συντροφικότητας και συναισθηματικής υποστήριξης.

Για το παιδί, η ρουτίνα που σχετίζεται με τη φροντίδα των κατοικίδιων ζώων μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση κανονικότητας και σταθερότητας, η οποία μπορεί να είναι ιδιαίτερα επωφελής κατά τη διάρκεια της συχνά ταραχώδους περιόδου του διαζυγίου. Επίσης, η πράξη της φροντίδας ενός κατοικίδιου καλλιεργεί μια αίσθηση ευθύνης και μπορεί να χρησιμεύσει ως απόσπαση της προσοχής από τις προκλήσεις που σχετίζονται με τη μεταβαλλόμενη δυναμική της οικογένειας.

Επιπλέον, η παρουσία του κατοικίδιου μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για κοινές δραστηριότητες και στιγμές σύνδεσης μέσα στην οικογένεια. Αυτές οι κοινές εμπειρίες μπορούν να συμβάλουν σε μια θετική και υποστηρικτική ατμόσφαιρα, προωθώντας την επικοινωνία και τη συναισθηματική σύνδεση μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Στην ουσία, ένα κατοικίδιο ζώο έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη δυναμική μέσα στην οικογένεια, αποτελώντας μια πηγή χαράς και σύνδεσης τόσο για το παιδί όσο και για τους ενήλικες. Η αμοιβαία φροντίδα και συντροφικότητα που προσφέρει το κατοικίδιο μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο υποστηρικτικό και ανθεκτικό οικογενειακό περιβάλλον κατά τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου του διαζυγίου των γονέων.

Σίγουρα όμως, χρειάζεται να έχουμε υπόψη ότι η ευθύνη της φροντίδας του κατοικίδιου (βόλτες, έξοδα, πλάνο διακοπών κλπ) θα είναι αποκλειστικά δική μας, αφού το παιδί σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εμπλακεί σε αυτήν τουλάχιστον πριν τα 12 έτη.

Πόσο καιρό διαρκούν τα «συμπτώματα» που εκδηλώνουν τα παιδιά λόγω διαζυγίου;2024-04-19T11:06:57+03:00

Η διάρκεια των «συμπτωμάτων» που μπορεί να εκδηλώσουν τα παιδιά λόγω διαζυγίου μπορεί να ποικίλει ευρέως ανάλογα με διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας του παιδιού, της ιδιοσυγκρασίας, του επιπέδου γονικής σύγκρουσης και της ποιότητας της γονικής μέριμνας μετά το διαζύγιο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι αντιδράσεις στο διαζύγιο είναι ατομικές και μπορούν να επηρεαστούν από τους συνολικούς μηχανισμούς υποστήριξης και αντιμετώπισης που διαθέτει το παιδί.

Σε πολλές περιπτώσεις, τα παιδιά μπορεί να βιώσουν διάφορα συναισθήματα και συμπεριφορές αμέσως μετά από ένα διαζύγιο. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν θλίψη, άγχος, αλλαγές στη συμπεριφορά, ακαδημαϊκές δυσκολίες και δυσκολίες στη διαμόρφωση σχέσεων. Ωστόσο, αυτές οι αντιδράσεις τείνουν να μειώνονται για πολλά παιδιά καθώς προσαρμόζονται στη νέα δυναμική της οικογένειας.

Έρευνες δείχνουν ότι τα περισσότερα παιδιά δείχνουν ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα μακροπρόθεσμα. Για να επιτευχθεί αυτό, είναι ζωτικής σημασίας για τους γονείς και τους φροντιστές να είναι συντονισμένοι με τις ανάγκες του παιδιού και να παρέχουν συνεχή συναισθηματική υποστήριξη, ανοιχτή επικοινωνία και συνέπεια στην ανατροφή των παιδιών.

Ωστόσο, ορισμένα παιδιά μπορεί να αντιμετωπίσουν πιο παρατεταμένες προκλήσεις και ο αντίκτυπος του διαζυγίου μπορεί να παραμείνει στην εφηβεία και την ενηλικίωση. Αυτό είναι πιο πιθανό σε περιπτώσεις με συνεχιζόμενα υψηλά επίπεδα συγκρούσεων, διαφωνίες σχετικά με την ανατροφή των παιδιών ή ανεπαρκή συναισθηματική υποστήριξη. Στο «φαινόμενο του ύπνου», τα παιδιά μπορεί να ανακάμψουν γρήγορα μετά από ένα διαζύγιο λόγω μιας μορφής συναισθηματικής άρνησης στο παρόν. Ωστόσο, αυτά τα συναισθήματα μπορεί να επανεμφανιστούν αργότερα στη ζωή, ειδικά καθώς τα παιδιά μεγαλώνοντας εμπλέκονται σε σχέσεις.

Η παρέμβαση ειδικού (μέσω συμβουλευτικής ή θεραπείας), μπορεί να είναι ωφέλιμη για τα παιδιά που αντιμετωπίζουν τις συναισθηματικές επιπτώσεις του διαζυγίου. Εάν το παιδί σας βιώνει επίμονα συναισθήματα θλίψης, ενοχής, θυμού κ.λπ., που διαρκούν αρκετές εβδομάδες ή μήνες και εάν αυτά τα συναισθήματα διαταράσσουν τις συνήθεις καθημερινές του δραστηριότητες, μπορεί να χρειαστεί να συμβουλευτείτε τον παιδίατρο του παιδιού σας για να αξιολογήσετε εάν η θεραπεία είναι δικαιολογημένη. Παραδείγματα μειωμένης λειτουργικότητας μπορεί να εκδηλωθούν ως έλλειψη ενδιαφέροντος για παιχνίδι, λήθη ή απροσεξία σχετικά με την υγιεινή, μείωση της σχολικής απόδοσης, απόσυρση από κοινωνικές δραστηριότητες ή χειριστική συμπεριφορά. Συνολικά, η διάρκεια των συμπτωμάτων διαφέρει από άτομο σε άτομο και η συνεχής προσοχή στην ευημερία και τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού είναι ζωτικής σημασίας για την υποστήριξη της υγιούς προσαρμογής με την πάροδο του χρόνου.

Μετά από ένα διαζύγιο οι γιαγιάδες και οι παππούδες συχνά αναλαμβάνουν τη φροντίδα ή τη φύλαξη του παιδιού, όπως επίσης και κομμάτια διαπαιδαγώγησης. Πώς αντιμετωπίζουμε αυτές τις περιπτώσεις;2024-04-19T11:05:34+03:00

Στον απόηχο ενός διαζυγίου, όταν οι παππούδες/γιαγιάδες αναλαμβάνουν ρόλους φροντίδας για ένα παιδί, η προώθηση μιας συνεργατικής προσέγγισης είναι το κλειδί. Η αναγνώριση και η εκτίμηση της σταθερότητας και αγάπης που παρέχουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες είναι θεμελιώδης. Ο σαφής καθορισμός των ρόλων είναι απαραίτητος για την εξισορρόπηση των ευθυνών και την αποφυγή συγκρούσεων. Ο σεβασμός της γονικής μέριμνας, σε συνδυασμό με την αναγνώριση και την εκτίμηση του ενεργού ρόλου των παππούδων και γιαγιάδων, συμβάλλει στη δημιουργία ενός υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος.

Πάντα προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στην ευημερία του παιδιού. Οι συνεργατικές προσπάθειες και η ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ γονέων και παππούδων/γιαγιάδων δημιουργούν ένα περιβάλλον φροντίδας για το παιδί μετά το διαζύγιο.

Αν το παιδί δηλώνει ότι δεν πιστεύει ότι έχουν χωρίσει οι γονείς του παρότι μένουν χωριστά πώς το αντιμετωπίζουμε;2024-04-19T11:03:47+03:00

Όταν ένα παιδί εκφράζει δυσπιστία ή άρνηση για το χωρισμό των γονιών του η επικύρωση των συναισθημάτων του είναι υψίστης σημασίας, διαβεβαιώνοντάς το ότι είναι εντάξει να αισθάνεται σύγχυση ή αβεβαιότητα για την κατάσταση.

Ενθαρρύνετε το παιδί να μοιραστεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Αυτός ο διάλογος μπορεί να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις αντιλήψεις του παιδιού  και να επιτρέψει την αντιμετώπιση τυχόν ανησυχιών ή ερωτήσεων που μπορεί να υπάρχουν.

Προσφέρετε κατάλληλες για την ηλικία εξηγήσεις σχετικά με τον χωρισμό, αποφεύγοντας λεπτομέρειες, παρέχοντας όμως επαρκείς πληροφορίες ώστε το παιδί να κατανοήσει τις αλλαγές στη δυναμική της οικογένειας.

Δώστε έμφαση στη σταθερότητα και την αγάπη, διαβεβαιώνοντας το παιδί ότι, παρά τις αλλαγές, αγαπιέται και υποστηρίζεται και από τους δύο γονείς. Ενισχύστε την ιδέα ότι η αγάπη μεταξύ του παιδιού και κάθε γονέα παραμένει ακλόνητη. Διατηρήστε τη συνέπεια στις ρουτίνες για να δημιουργήσετε μια αίσθηση σταθερότητας για το παιδί, βοηθώντας το να προσαρμοστεί στις αλλαγές πιο ομαλά.

Παρακολουθήστε τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα του παιδιού με την πάροδο του χρόνου. Εάν η άρνηση επιμένει ή εμφανίζονται σημάδια δυσφορίας, αυτό μπορεί να υποδηλώνει την ανάγκη για πρόσθετη υποστήριξη. Η υπομονή είναι ζωτικής σημασίας, καθώς η αποδοχή της κατάστασης μπορεί να πάρει χρόνο. Εάν η άρνηση του παιδιού συνεχίζεται ή φαίνεται βαθιά στενοχωρημένο, σκεφτείτε να απευθυνθείτε σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, όπως έναν παιδοψυχολόγο. Οι ειδικοί μπορούν να καθοδηγήσουν το παιδί και να παρέχουν υποστήριξη για όλη την οικογένεια.

Όταν υπάρχει αγάπη και δεν υπάρχουν εντάσεις στο σπίτι, απλώς δεν υπάρχει πλέον έλξη μεταξύ των γονέων, τι μπορούμε να πούμε στο παιδί, όταν ρωτάει γιατί χωρίζουμε;2024-04-19T11:02:09+03:00

Σε ένα σπίτι γεμάτο αγάπη, αλλά όπου η ρομαντική σχέση μεταξύ των γονέων έχει ξεθωριάσει, η εξήγηση της απόφασης του χωρισμού στο παιδί απαιτεί προσεκτική επικοινωνία. Τονίστε την διαρκή αγάπη και σεβασμό μεταξύ των γονέων, διαβεβαιώνοντας το παιδί ότι η απόφαση δεν αντικατοπτρίζει τυχόν ελλείψεις ή λάθη από την πλευρά του.

Προσαρμόστε την εξήγησή σας στην ηλικία του παιδιού χρησιμοποιώντας κατανοητή γλώσσα. Μοιραστείτε τα συναισθήματά σας χωρίς να κατηγορείτε, εξηγώντας ότι οι άνθρωποι μεγαλώνουν και αλλάζουν και οι σχέσεις μπορούν να εξελιχθούν απροσδόκητα.

Φροντίστε να επισημάνετε τις θετικές πτυχές της απόφασης, δίνοντας έμφαση στην ευημερία και την ευτυχία όλων. Διαβεβαιώστε το παιδί ότι η σχέση αγάπης και με τους δύο γονείς θα συνεχιστεί και κρίσιμες πτυχές της ζωής και της καθημερινότητάς του θα παραμείνουν σταθερές.

Ενθαρρύνετε την ανοιχτή επικοινωνία, δημιουργώντας έναν ασφαλή χώρο για το παιδί να εκφράσει τις σκέψεις του χωρίς κριτική. Αποφύγετε να μοιράζεστε αρνητικές λεπτομέρειες και επικεντρωθείτε στις θετικές πτυχές της απόφασης.

Πάνω από όλα, καθησυχάστε το παιδί ότι η αγάπη που έχουν οι γονείς για αυτό είναι ακλόνητη. Τονίστε ότι ο χωρισμός σχετίζεται με τη δυναμική μεταξύ ενηλίκων και δεν αλλάζει τη σχέση γονέων-παιδιού.

Προσφέρετε συνεχή υποστήριξη και ενθαρρύνετε την ανοιχτή επικοινωνία, παραμένοντας προσεκτικοί στις ανησυχίες του παιδιού τις ημέρες και τις εβδομάδες μετά τη συζήτηση. Η προσέγγιση της συζήτησης με ειλικρίνεια, ενσυναίσθηση και εστίαση στην ευημερία του παιδιού μπορεί να του προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας μέσα στην πολυπλοκότητα ενός χωρισμού.

Ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι που ένα παιδί δεν θέλει να περνάει χρόνο με τον ένα από τους δύο γονείς σε περίπτωση διαζυγίου;2024-04-19T10:57:58+03:00

Η απροθυμία ενός παιδιού να περάσει χρόνο με τον έναν γονέα μετά από το διαζύγιο μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ο συναισθηματικός αντίκτυπος του ίδιου του διαζυγίου μπορεί να κάνει το χρόνο που περνά με έναν γονέα συναισθηματικά δύσκολο για το παιδί. Μπορεί εάν υπάρχει ένταση μεταξύ των γονέων, το παιδί να αισθάνεται διχασμένο. Η προσαρμογή σε νέες ρουτίνες ή ρυθμίσεις διαβίωσης μπορεί επίσης να συμβάλει στο δισταγμό του παιδιού, καθώς τα άγνωστα περιβάλλοντα μπορεί να προκαλούν ανησυχία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αρνητική επιρροή από τον έναν γονέα μπορεί, επίσης, να συμβάλει στην απροθυμία του παιδιού.

Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης περιλαμβάνει την προώθηση ανοικτού διαλόγου με το παιδί, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και το επίπεδο κατανόησής του. Η δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος όπου το παιδί αισθάνεται άνετα να εκφράσει τα συναισθήματα και τις ανησυχίες του χωρίς πίεση είναι απαραίτητη.

Η διατήρηση ανοιχτής επικοινωνίας με τον πρώην σύντροφο μπορεί να είναι επωφελής εφόσον υποστηρίζει μια υγιή σχέση. Η συνεργατική συζήτηση των σκέψεων και των ανησυχιών του παιδιού μπορεί να προσφέρει ιδέες και στρατηγικές για την αντιμετώπιση της απροθυμίας του. Η πλοήγηση σε αυτές τις πολύπλοκες δυναμικές μετά από ένα διαζύγιο απαιτεί υπομονή, ενσυναίσθηση και σταθερή δέσμευση για την ευημερία του παιδιού.

Ποια η σημασία της συμβουλευτικής γονέων από κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας σε περίπτωση διαζυγίου;2024-04-19T10:56:04+03:00

Η συμβουλευτική με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι ζωτικής σημασίας για τους γονείς που αντιμετωπίζουν το διαζύγιο, προωθώντας τη συναισθηματική ευεξία και την αποτελεσματική γονική φροντίδα. Παρέχει έναν ασφαλή χώρο έκφρασης, προωθώντας την αυτογνωσία και τη συναισθηματική ρύθμιση. Επιπλέον, βοηθά στην ανάπτυξη στρατηγικών επικοινωνίας, ζωτικής σημασίας για τη συνεργατική γονική μέριμνα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ενώ αναγνωρίζουμε τη σημασία της συμβουλευτικής, δεν μπορούμε να αναγκάσουμε τον άλλο γονέα να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια, εφόσον δεν το επιθυμεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εστίαση στην προσωπική ανάπτυξη και τις στρατηγικές αντιμετώπισης είναι πρώτιστη ανάγκη.

Πώς μπορεί να υπάρξει συνεργασία για το παιδί, σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας; Μπορούμε να ενημερώσουμε ένα παιδί μεγαλύτερης ηλικίας για τη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα στην μητέρα;2024-04-19T10:54:49+03:00

Σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, η ενημέρωση ενός μεγαλύτερου παιδιού για τη βίαιη συμπεριφορά του ενός γονέα προς τον άλλο θα πρέπει να προσεγγίζεται προσεκτικά. Η απόφαση για την αποκάλυψη τέτοιων πληροφοριών εξαρτάται από την ηλικία, το επίπεδο ωριμότητας και την ικανότητα του παιδιού να κατανοεί πολύπλοκες συναισθηματικές δυναμικές. Εάν κριθεί σκόπιμο, η αποκάλυψη θα πρέπει να γίνει με ευαισθησία, τονίζοντας ότι το παιδί δεν είναι υπεύθυνο για την κατάσταση και παρέχοντας οδούς για την έκφραση των συναισθημάτων του.

Η συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει την αναζήτηση υποστήριξης από επαγγελματίες, όπως ψυχοθεραπευτές ή συμβούλους, που ειδικεύονται σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας. Νομικές παρεμβάσεις, όπως η λήψη περιοριστικών μέτρων, μπορεί επίσης να είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της ασφάλειας τόσο του θυματοποιημένου γονέα όσο και του παιδιού.

Τελικά και σε κάθε περίπτωση, η προτεραιότητα στην ασφάλεια και την ευημερία του παιδιού είναι υψίστης σημασίας. Η ανοιχτή επικοινωνία, η συνεργασία με επαγγελματίες και η τήρηση νομικών οδών μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός ασφαλέστερου περιβάλλοντος για το παιδί σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Τι θα λέγατε για την επίκριση που δέχονται οι εκπαιδευτικοί όταν πενθούν και θέλουν να φορέσουν μαύρα;2024-01-15T19:57:20+03:00

Όταν ένας άνθρωπος πενθεί, επιλέγει μεταξύ άλλων και τις αντίστοιχες πολιτισμικές συμβολικές πρακτικές που θέλει να ακολουθήσει. Σε αυτές εντάσσονται και τα μαύρα ρούχα. Οι εκπαιδευτικοί συχνά λειτουργούν ως πρότυπο για τα παιδιά και ενδεχομένως η επίκριση ως προς την επιλογή των μαύρων ρούχων να γίνεται αντιληπτή ως τέτοια. Ωστόσο, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι η διεργασία του πένθους αποτελεί μία πολύ προσωπική εμπειρία και μέσα σε αυτήν ο καθένας μας επιλέγει τους δικούς τρόπους να νοηματοδοτήσει αυτήν την απώλεια και να βρει το κουράγιο να διατηρήσει μια σχέση με το άτομο που έφυγε ή πέθανε. Αν νιώθουμε ασφάλεια μπορούμε να το συζητήσουμε με τους συναδέλφους και να επικοινωνήσουμε αυτή την ανάγκη μας. Παράλληλα, δε ξεχνάμε ότι οι απώλειες είναι κομμάτι της ανθρώπινης ζωής και εμπειρίας. Τα παιδιά σταδιακά όσο αναπτύσσονται έρχονται σε επαφή με αυτό, για αυτό κι εμείς ως ενήλικες και εκπαιδευτικοί χρειάζεται να μιλάμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια για τέτοια ζητήματα.

Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα αίσθημα ασφάλειας στο παιδί, όταν γύρω μας συμβαίνουν συχνά απώλειες λόγω φυσικών καταστροφών, δυστυχημάτων και βίας; Πώς επηρεάζονται τα παιδιά από τον καταιγισμό ειδήσεων, που αναπαριστούν απώλειες σε συλλογικό επίπεδο;2024-01-15T19:55:42+03:00

Όταν αναφερόμαστε σε απώλειες σε συλλογικό επίπεδο μιλάμε για το συλλογικό πένθος. Το συλλογικό πένθος είναι η αντίδραση και ο κοινός πόνος που βιώνει μια ομάδα ή μια κοινότητα λόγω μιας απώλειας, τραγωδίας ή καταστροφής. Συνδέεται συχνά με εκτεταμένες απώλειες, όπως φυσικές καταστροφές, μαζικές τραγωδίες ή κοινωνικές απώλειες. Η δημιουργία ενός αισθήματος ασφάλειας μετά από συλλογικές απώλειες στα παιδιά είναι βασικής σημασίας, χωρίς ωστόσο να υποτιμάμε την πραγματική δυσκολία της κατάστασης:

  • Είμαστε ειλικρινείς και ανοιχτοί. Μπορούμε να πούμε «Ξέρεις ότι πρόσφατα συνέβη μια μεγάλη τραγωδία στην πόλη μας. Αυτό προκάλεσε πολλές αλλαγές και συναισθήματα σε πολλούς ανθρώπους, όπως και σε εμάς. Θα ήθελα να μιλήσουμε γι’ αυτό και να μάθω πώς αισθάνεσαι.»
  • Δίνουμε χώρο στο παιδί και ακούμε τα συναισθήματά του. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να σχετίζονται μεταξύ άλλων και με τη συνεχή έκθεση σε ειδήσεις που καλύπτουν τα γεγονότα, ιδιαίτερα στα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν ασχολούνται περισσότερο με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παράλληλα, η υπερενασχόληση με αυτά τα ζητήματα μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορεί ενίοτε να πάρει χαρακτηριστικά εθισμού, εθισμού σε αρνητικές ειδήσεις. Σίγουρα υπάρχει ένα κομμάτι μας που θέλει να ενημερωθεί, ωστόσο στο πλαίσιο αυτό χρειάζεται να παίρνουμε και μία απόσταση. Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να πούμε «Μου λες ότι νιώθεις λυπημένος γιατί βλέπεις συνεχώς τραγικές εικόνες στα μέσα ενημέρωσης. Είναι φυσιολογικό να νιώθεις έτσι. Καλό θα ήταν να κλείσουμε για αρκετή ώρα το κινητό και την τηλεόραση και να μιλήσουμε. Θα ήθελες να συζητήσουμε περισσότερο για το πώς νιώθεις;»
  • Δημιουργούμε μια σταθερή ρουτίνα. Λέμε στο παιδί μας π.χ., «Εμείς ό,τι και να συμβαίνει θα προσπαθήσουμε να κρατήσουμε σταθερό το πρόγραμμα μας όσο μπορούμε και να κάνουμε τις καθημερινές/αγαπημένες μας δραστηριότητες.»
  • Προσφέρουμε παρηγοριά και ασφάλεια. Αναγνωρίζουμε ότι πράγματι είναι μία δύσκολη περίοδος και του ενισχύουμε την υποστήριξή μας σε ό,τι κι αν χρειαστεί. π.χ., «Ξέρω ότι αυτή η περίοδος είναι δύσκολη, αλλά είμαι εδώ για να σε ακούσω και να σε στηρίξω. Πρέπει να ξέρεις ότι σε αγαπάω και θα είμαι εδώ για σένα όποτε με χρειαστείς.»

Στο πλαίσιο αυτό χρειάζεται να θυμόμαστε ότι το συλλογικό πένθος έχει μεγάλη σημασία καθώς ενώνει ανθρώπους και κοινότητες, ενισχύοντας την αίσθηση του ανήκειν και προάγοντας τη συνεργασία. Παράλληλα, μέσω του συλλογικού πένθους, οι άνθρωποι επιδεικνύουν αλληλεγγύη και συμπαράσταση προς τους πληγέντες και τις ομάδες που έχουν υποστεί απώλεια. Τέλος, το συλλογικό πένθος μπορεί να αυξήσει την επίγνωση για κοινωνικά ζητήματα και να ενθαρρύνει την αλλαγή και τη βελτίωση των συνθηκών.

Διαφέρει η διαχείριση μιας απώλειας όταν είναι ξαφνική σε σχέση με όταν είναι αναμενόμενη; Θα είχε νόημα να προετοιμάζουμε το παιδί μας όταν δεν πρόκειται για κάτι αιφνίδιο;2024-01-15T19:54:31+03:00

Τόσο σε έναν αιφνίδιο θάνατο όσο και σε ένα θάνατο που τον περιμένουμε, υπάρχει η εμπειρία του ψυχικού πόνου και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Ενδεχομένως πράγματι αυτό που μπορεί να διαφέρει να είναι η διαχείριση της απώλειας, χωρίς ωστόσο αυτό να ισχύει για όλους. Δεν ξεχνάμε ότι το πένθος αποτελεί μία πολύ προσωπική διεργασία για τον καθένα μας. Το αναμενόμενο πένθος συμβαίνει συνήθως όταν κάποιος έχει μία χρόνια ασθένεια και ο θάνατος είναι αναμενόμενος τόσο για τον ασθενή όσο και για τα οικεία του πρόσωπα. Η αναμονή μίας απώλειας μπορεί να είναι εξίσου επίπονη με την ίδια την απώλεια. Ωστόσο, αυτή η περίπτωση επιτρέπει στην οικογένεια να προετοιμαστεί για την επικείμενη απώλεια. Υπάρχει ενδεχομένως ο απαραίτητος χρόνος να επιλυθούν διαφωνίες και να μοιραστούν αυτά που θέλουν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα, χωρίς να υπάρχει αυτή η ενοχή του «δεν πρόλαβα να του πω αυτά που ήθελα». Στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να προετοιμάσουμε και το παιδί για την ενδεχόμενη απώλεια. Τα παιδιά ούτως ή άλλως όταν συμβαίνει κάτι τόσο σημαντικό στην οικογένεια λαμβάνουν τα μηνύματα, καταλαβαίνουν ότι κάτι συμβαίνει. Επομένως δε χρειάζεται να διατηρείται ένα μυστικό μέσα στην οικογένεια, από τη στιγμή που θα αλλάξει κάτι. Το πιο πιθανό είναι και το παιδί μας να θέλει να μοιραστεί κάποια πράγματα με το άτομο ή να περάσει χρόνο μαζί του, ιδιαίτερα αν πρόκειται για ένα πολύ κοντινό και αγαπημένο πρόσωπο. Όσον αφορά στον αιφνίδιο θάνατο, πρόκειται για απώλειες που συμβαίνουν ξαφνικά και απροσδόκητα, συνήθως λόγω κάποιου δυστυχήματος, ιατρικού ζητήματος (π.χ., καρδιακή προσβολή), μίας βίαιης επίθεσης, ενός πολέμου ή μίας φυσικής καταστροφής. Τα συμβάντα αυτά προκαλούν συνήθως ένα σοκ και μία σύγχυση. Η απώλεια σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως δε βγάζει κανένα νόημα και όσοι πενθούν συχνά έχουν πολλά ερωτήματα, για τα οποία μπορεί και να μην υπάρχει απάντηση, ή να κουβαλούν έντονα συναισθήματα ενοχής και θυμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διεργασία του πένθους είναι πιθανό να διαρκεί μεγαλύτερο διάστημα και να χρειάζεται επιπλέον υποστήριξη από οικεία πρόσωπα.

Πώς μπορώ να διακρίνω ότι δίνω χρόνο στο βίωμα του πένθους και πότε ότι έχω κολλήσει και επαναφέρω συνεχώς το πένθος;2024-01-15T19:53:10+03:00

Όταν υπάρχει μία απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου στη ζωή μου είναι αναμενόμενο ότι αυτό θα επανέρχεται, ιδιαίτερα σε γιορτές, σε επετείους ή σε μία δύσκολη συνθήκη. Ούτως ή άλλως δεν είναι γραμμικός ο τρόπος που επεξεργαζόμαστε μία απώλεια. Το ζήτημα είναι κυρίως στη λειτουργικότητα μας και στο βαθμό που μας επηρεάζει στην καθημερινότητα μας, όταν έχει περάσει το πρώτο διάστημα μετά την απώλεια. Εκεί ενδεχομένως να υπάρχει κάποιο  ανεπίλυτο ή περιπλεγμένο πένθος (το πένθος δηλαδή που παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν έχει επιλυθεί). Πρόκειται για μια κατάσταση που εμφανίζεται όταν ένα άτομο βιώνει έντονα και επίμονα συμπτώματα θλίψης που παρεμβαίνουν στην καθημερινή λειτουργία και τη συνολική ποιότητα ζωής του. Τα διαγνωστικά κριτήρια για το ανεπίλυτο πένθος σε ενήλικες χρειάζεται να έχουν διάρκεια τουλάχιστον έξι μήνες και περιλαμβάνουν:

  • Επίμονα συμπτώματα θλίψης μετά την απώλεια, όπως έντονη θλίψη
  • Συνεχής ενασχόληση με τον αποθανόντα
  • Δυσκολία αποδοχής του θανάτου
  • Αίσθημα κενού ή απώλειας του σκοπού
  • Διαταραχές ύπνου
  • Κοινωνική απόσυρση
  • Δυσκολία συμμετοχής σε καθημερινές δραστηριότητες

Αν νιώθουμε ότι μία απώλεια συνεχίζει να μας επηρεάζει έντονα στο κομμάτι της λειτουργικότητάς μας δε διστάζουμε αναζητήσουμε τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Πώς αντιμετωπίζουμε την απώλεια στην εφηβική ηλικία, όπου τα παιδιά έχουν ήδη τις πρώτες υπαρξιακές ανησυχίες τους;2024-01-15T19:51:22+03:00

Τα μεγαλύτερα παιδιά και οι έφηβοι έχουν καλύτερη κατανόηση του θανάτου, αλλά μπορεί να παλεύουν ακόμα με συναισθήματα σοκ, δυσπιστίας ή θυμού. Μπορεί επίσης να δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους ή να αισθάνονται πίεση να «είναι δυνατοί» για τους άλλους. Οι έφηβοι μπορεί επίσης να βιώσουν μια σειρά συναισθηματικών αντιδράσεων στο θάνατο και την απώλεια, συμπεριλαμβανομένης της λύπηςκαι της σύγχυσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έφηβοι μπορεί επίσης να εμπλέκονται σε επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ, ως τρόπο αντιμετώπισης των συναισθημάτων τους ή ως μορφή αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς. Ο τρόπος με τον οποίο οι έφηβοι αντιμετωπίζουν τον θάνατο και την απώλεια μπορεί επίσης να επηρεαστεί από πολιτιστικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, σε ορισμένους πολιτισμούς, ο θάνατος θεωρείται ως φυσικό μέρος της ζωής και συζητείται ανοιχτά και θρηνείται, ενώ σε άλλους, ο θάνατος μπορεί να θεωρηθεί ως ταμπού και να μην συζητηθεί. Ομοίως, οι έφηβοι μπορεί να λάβουν διαφορετικά επίπεδα υποστήριξης από τις οικογένειες και τις κοινότητές τους για την αντιμετώπιση του θανάτου και της απώλειας, κάτι που μπορεί επίσης να επηρεάσει τις στρατηγικές αντιμετώπισης και τη συνολική ευημερία τους. Είναι σημαντικό για τους ενήλικες να παρέχουν πληροφορίες και υποστήριξη κατάλληλη για την ηλικία τους στα παιδιά, καθώς αυτά βιώνουν τα περίπλοκα συναισθήματα και τις προκλήσεις της θλίψης και της απώλειας. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή ευκαιριών στα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, την ανταπόκριση στις ερωτήσεις τους ειλικρινά και ανοιχτά και την παροχή βοήθειας ώστε να βρουν τρόπους να θυμούνται και να τιμούν το άτομο που έχει πεθάνει.

Μετά από μια απώλεια το παιδί μπορεί να αναπτύξει φοβία μην πάθει κάτι το ίδιο ή οι γονείς του;2024-01-15T19:50:15+03:00

Μετά από μία απώλεια μπορεί να προκύψουν ερωτήματα στο παιδί ή ανησυχία για την απώλεια άλλων οικείων και πολύ κοντινών προσώπων. Είναι πολύ πιθανό το παιδί να μας ρωτήσει «Θα πεθάνεις και εσύ;». Σε αυτήν την περίπτωση, προσπαθούμε να ανακουφίσουμε τα παιδιά και να πούμε ότι αυτή τη στιγμή είμαστε κοντά τους για ό,τι χρειαστούν και δίπλα τους και ότι όσο περνάει από το χέρι μας δεν θα αφήσουμε τα παιδιά μόνα τους. Μπορούμε ακόμα να πούμε, κάποια στιγμή θα πεθάνω, όπως πεθαίνουν και όλοι οι άνθρωποι, αλλά έχουμε ακόμα πολλά να ζήσουμε μαζί, παρέα.

Ο φόβος του θανάτου ενός κοντινού προσώπου μπορεί να προκαλεί τα ίδια συναισθήματα – αντιδράσεις με αυτά που έρχονται μετά από την πραγματική απώλεια;2024-01-15T19:38:27+03:00

Ο φόβος θανάτου ή αλλιώς άγχος θανάτου είναι μία μορφή έντονου άγχους που χαρακτηρίζεται από το φόβο για το θάνατο του ίδιου του ατόμου ή της διαδικασίας του θανάτου. Σχετίζεται περισσότερο με συναισθήματα, αντιδράσεις και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν το άγχος και τις φοβίες γενικότερα. Ο φόβος θανάτου ενός κοντινού προσώπου, ειδικά αν υπάρχουν σχετικοί παράγοντες που μπορεί να αυξάνουν τις πιθανότητες, είναι κάτι ανθρώπινο και φυσιολογικό. Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι συναισθήματα αγωνίας, ανασφάλειας, άγχους, πανικού και σωματικοί πόνοι, όπως συχνοί πονοκέφαλοι, ταχυκαρδία, δύσπνοια, ναυτία. Μία απώλεια μπορεί να πυροδοτήσει συναισθήματα άγχους θανάτου είτε για εμάς τους ίδιους είτε για τα οικεία και κοντινά μας πρόσωπα, ένα άγχος αποχωρισμού. Στην πραγματική απώλεια, ωστόσο, η έμφαση δίνεται στα συναισθήματα θλίψης, θυμού, ενοχών και στον θρήνο.

Ποιες είναι οι φυσιολογικές αντιδράσεις των παιδιών στον θάνατο; Ποιο είναι το αναμενόμενο χρονικό διάστημα αυτών των συμπτωμάτων; Αν ακόμη και μετά από 2-3 χρόνια, τα συμπτώματα επιμένουν, τι θα μπορούσα να κάνω;2024-01-15T19:35:26+03:00

Οι  πιο συχνές και φυσιολογικές αντιδράσεις των παιδιών στο θάνατο μπορεί να είναι οι εξής: θλίψη, σύγχυση, θυμός, ενοχές, άγχος, επίμονη αναζήτηση του ατόμου που πέθανε και σκέψεις γύρω από το θάνατό του, αλλαγές στις συνήθειες του ύπνου και του φαγητού, αλλαγές στη συμπεριφορά (απομόνωση, επιθετικότητα, μείωση της απόδοσης στο σχολείο κλπ.), εκδήλωση συμπεριφορών προηγούμενων σταδίων ανάπτυξης (π.χ., ενούρηση) και σωματικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλοι ή στομαχόπονοι. Επιτρέπουμε στο παιδί να θρηνεί με τον δικό του τρόπο και με τον δικό του ρυθμό και αποφεύγουμε την απόρριψη των συναισθημάτων του. Παράλληλα, παρέχουμε στο παιδί πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία πένθους, οι οποίες να είναι κατάλληλες για την ηλικία του π.χ., εξήγηση των σωματικών και συναισθηματικών αλλαγών που μπορεί να συμβούν μετά από μια απώλεια. Διαβεβαιώνουμε ότι τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις του παιδιού είναι φυσιολογικές και αναμενόμενες. Ο θρήνος στα παιδιά είναι μία μακροχρόνια διεργασία. Δεν έχει συγκεκριμένο τέλος χρονικά και μπορεί να επανέρχεται στα επόμενα εξελικτικά στάδια του παιδιού. Οι εξελικτικές αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή του παιδιού μπορεί να δημιουργούν το έδαφος ώστε το παιδί να επαναβιώσει το θρήνο του, δίνοντας όμως και ευκαιρίες να βρει ένα νέο νόημα για αυτήν την απώλεια. Σε περίπτωση παρατεταμένου θρήνου, (6 μήνες και πάνω) ή εάν το παιδί αντιμετωπίζει συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους, μπορεί να είναι απαραίτητη η υποστήριξη από επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Σε ποια ηλικία είναι κατάλληλο για ένα παιδί να παραστεί σε κηδεία αγαπημένου προσώπου;2024-01-15T19:34:16+03:00

Η παρουσία των παιδιών σε μία κηδεία αποτελεί σημαντικό θέμα, για το οποίο οι απόψεις και οι συστάσεις μπορεί να διαφέρουν. Το κυριότερο είναι να λάβουμε υπόψη τις ατομικές ανάγκες και τις δυνατότητες της οικογένειας κάθε παιδιού πριν αποφασίσουμε σχετικά με την παρουσία του σε κηδείες. Επιπλέον, χρειάζεται να προσέξουμε τα εξής:

  • Ηλικία του παιδιού: Η ηλικία του παιδιού είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να μην έχουν την ικανότητα να κατανοήσουν πλήρως την έννοια του θανάτου και της κηδείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι προτιμότερο να λάβουμε υπόψη την ασφάλεια και την ευημερία τους, ώστε να νιώθουν προστατευμένα. Μπορεί τα μικρότερα παιδιά να συμμετάσχουν στην κηδεία για λίγο και στη συνέχεια να φύγουν με ένα πρόσωπο φροντίδας που εμπιστευόμαστε και να μην έρθουν στην ταφή.
  • Ετοιμότητα και επιθυμία του παιδιού: Είναι σημαντικό να ακούσουμε τις επιθυμίες του παιδιού και να του δώσουμε την ευκαιρία να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Κάποια παιδιά μπορεί να εκφράσουν την επιθυμία να παραστούν στην κηδεία ως έναν τρόπο αποχαιρετισμού και επεξεργασίας του πένθους.
  • Προετοιμασία και υποστήριξη: Αν αποφασίσουμε το παιδί να παρευρεθεί στην κηδεία, είναι σημαντικό να το προετοιμάσουμε και να του εξηγήσουμε τι πρόκειται να συμβεί, π.χ., «Θα δεις πολύ κόσμο λυπημένο και ντυμένο στα μαύρα, θα υπάρχει ένα μεγάλο ξύλινο κουτί που μοιάζει με κρεβάτι και λέγεται φέρετρο. Μέσα σε αυτό θα είναι ξαπλωμένος ο παππούς/η γιαγιά». Στο πλαίσιο αυτό επιτρέπουμε στα παιδιά να εκφράσουν τις απορίες τους για τις τελετές. Επιπλέον, ενημερώνουμε τα παιδιά ποιον θα έχουν δίπλα τους και τους λέμε ότι αν δεν αισθάνονται καλά μπορούν να ζητήσουν να φύγουν.
  • Ανάγκες του παιδιού μετά την κηδεία: Μετά την κηδεία, είναι σημαντικό να παρέχουμε στα παιδιά τον απαραίτητο χρόνο και την υποστήριξη που χρειάζονται για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να επεξεργαστούν το πένθος.
Πώς ανακοινώνουμε στα παιδιά μια είδηση θανάτου; Είναι καλύτερο να χρησιμοποιούμε τις ακριβείς λέξεις, π.χ., θάνατος, πέθανε; Πώς διαχειριζόμαστε ερωτήσεις για την κηδεία και τον ενταφιασμό του νεκρού;2024-01-15T19:33:04+03:00

Ο τρόπος που ανακοινώνουμε έναν θάνατο στα παιδιά επηρεάζεται από το εξελικτικό στάδιο του παιδιού. Όταν θέλουμε να ανακοινώσουμε μία απώλεια στο παιδί μας, χρειάζεται να έχουμε στο μυαλό μας το κατά πόσο τα παιδιά μας έχουν αντιληφθεί την καθολικότητα, τη μη αναστρεψιμότητα και την παύση των ζωτικών λειτουργιών. Αυτό διαφέρει ανάλογα με την ηλικία. Κατά τη βρεφική και πρώιμη νηπιακή ηλικία (0-3 ετών) δεν αντιλαμβάνονται την οριστικότητα και την μονιμότητα του θανάτου. Την παρομοιάζουν στο μυαλό τους με κάποιο ταξίδι ή με ύπνο. Κατά την προσχολική ηλικία (3-6 ετών) τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται εν μέρει την έννοια του θανάτου, ωστόσο τον κατανοούν περισσότερο σαν αποχωρισμό (πιστεύουν ότι το άτομο που πέθανε μπορεί να επιστρέψει). Κατά τη σχολική ηλικία (6-12 ετών) αντιλαμβάνονται πλέον το θάνατο ως καθολικό και μη αναστρέψιμο γεγονός. Όταν θέλουμε να ανακοινώσουμε μία απώλεια, ενημερώνουμε αρχικά το παιδί για το τι θα συμβεί από εδώ και στο εξής δηλαδή λέμε τι θα αλλάξει και τι όχι. Είμαστε ειλικρινείς και δεν αποκρύπτουμε το γεγονός. Η απόκρυψη μπορεί να επιτρέψει στα παιδιά να κάνουν τις δικές τους ερμηνείες, που μπορεί να είναι πιο τρομακτικές από την πραγματικότητα. Ενημερώνουμε άμεσα τα παιδιά μετά το γεγονός. Χρησιμοποιούμε απλές και συγκεκριμένες λέξεις τις οποίες μπορεί να κατανοήσει το παιδί, π.χ., για τα μικρότερα παιδιά μπορούμε να παρομοιάσουμε την απώλεια με αυτό που συμβαίνει όταν ένα λουλούδι μαραίνεται και πεθαίνει. Για τα μεγαλύτερα παιδιά, ενημερώνουμε άμεσα για τις πραγματικές συνθήκες θανάτου, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Φράσεις όπως έφυγε ή κοιμήθηκε μπορεί να επιφέρουν σύγχυση στο παιδί, ωστόσο αν εμείς ως γονείς θεωρούμε ότι μπορεί να λειτουργήσουν καλύτερα για το δικό μας παιδί ή και για εμάς προσωπικά, ώστε να διαχειριστούμε το βάρος που κουβαλάμε κι εμείς οι ίδιοι εκείνη τη στιγμή, μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε αρχικά και συμπληρωματικά στα παραπάνω. Τέλος, πολύ βοηθητικό θα μπορούσε να είναι να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να διατηρήσουν  μια συνεχή σύνδεση με το αγαπημένο πρόσωπο που έχει πεθάνει – μέσω αναμνήσεων, τελετουργιών και άλλων συμβολικών ενεργειών. Έχει φανεί ότι, με αυτούς τους τρόπους τα άτομα μπορούν να βρουν κουράγιο και νόημα στη διατήρηση μιας σχέσης με το πρόσωπο που έχει φύγει από τη ζωή.

Ποια είναι τα στάδια του πένθους; Περνάμε από όλα τα στάδια με την σειρά;2024-01-15T19:31:20+03:00

Τα στάδια του πένθους αποτελούν συνήθεις αντιδράσεις στην απώλεια, εμφανίζονται όταν κάποιος πενθεί και περιγράφουν μια αλληλουχία μέσα από την οποία τα άτομα μπορούν να βρουν κουράγιο και νόημα ώστε να συνεχίσουν τη ζωή τους. Η θεωρία των σταδίων του πένθους αναπτύχθηκε από την Kuhbler Ross και προέκυψε από τη μελέτη ασθενών με καρκίνο. Είναι μια θεωρία που αναφέρεται συχνά και για τον χωρισμό. Τα στάδια του πένθους σύμφωνα με τη θεωρία αυτή είναι τα εξής: άρνηση (σοκ), θυμός, διαπραγμάτευση, θλίψη και αποδοχή. Παρότι αναφερόμαστε σε στάδια χρειάζεται να θυμόμαστε ότι το πένθος αποτελεί μία προσωπική εμπειρία και ο καθένας μας το βιώνει με τον δικό του τρόπο, χωρίς να υπάρχει σωστό και λάθος στο πώς θα θρηνήσουμε. Πρόκειται για μια συνεχή διεργασία από την οποία μπορεί να περάσουμε πολλές φορές και όχι με μια σειρά, ούτε απαραίτητα διαδοχικά ή γραμμικά. Ενδεχομένως κάποια στάδια να τα προσπεράσουμε ή να γίνει μία επανάληψη του κύκλου.

Αν είμαι ψυχικά ανθεκτικός/ή υπάρχει πιθανότητα να οδηγηθώ στο να ανέχομαι παθητικά τις δυσκολίες;2023-05-25T17:25:44+03:00

Aπ: Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι μια έννοια που εξ ορισμού δεν αφορά στην παθητική αντιμετώπιση των καταστάσεων. Η παθητικότητα συχνά συνοδεύεται από απροθυμία και μας οδηγεί να δεχόμαστε τα εξωτερικά γεγονότα (π.χ., μία δυσκολία) χωρίς αντίδραση. Από την άλλη, η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε και να ανακάμπτουμε έπειτα από δυσκολίες. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιούμε τις δεξιότητές μας και τις ικανότητες μας με ενεργητικό τρόπο, έτσι ώστε να διαχειριστούμε μία δύσκολη κατάσταση, θέτοντας στόχους, κάνοντας ένα πλάνο δράσεων και επόμενων βημάτων και αναζητώντας υποστήριξη.

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι χάσαμε τη δουλειά μας λόγω μιας οικονομικής κρίσης. Ένας παθητικός τρόπος αντίδρασης θα ήταν να αφεθούμε στο αρνητικό συναίσθημα της αποτυχίας και να μείνουμε απαθείς, χωρίς να θέσουμε κάποιους στόχους για να αλλάξουμε την κατάσταση. Αντίθετα, ένας ανθεκτικός τρόπος αντιμετώπισης θα ήταν αρχικά να αποδεχθούμε ότι είναι μια δύσκολη κατάσταση στην κοινωνία που ζούμε και να αναγνωρίσουμε τα συναισθήματα λύπης, θυμού, αδικίας που μπορεί να νιώθουμε. Θα ήταν καλό να σκεφτούμε ότι θα προσπαθήσουμε να αλλάξουμε/βελτιώσουμε  την επαγγελματική κατάστασή μας στο βαθμό που μπορούμε να ελέγξουμε. Επίσης, θα μπορούσαμε να θέσουμε ρεαλιστικούς στόχους  αναζητώντας νέες ευκαιρίες απασχόλησης, να αναπτύξουμε νέες δεξιότητες ή να εξερευνήσουμε εναλλακτικές σταδιοδρομίες.

Το παιδί μου νιώθει πολύ άσχημα με το σώμα του, με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι είναι άσχημο. Πώς μπορώ εγώ, ως γονέας, να μιλήσω για την εικόνα σώματος και να το βοηθήσω να την μετατρέψει σε θετική;2023-05-25T17:29:55+03:00

Απ: Η ανησυχία για την εικόνα του σώματος είναι κοινή για πολλά παιδιά και εφήβους. Ως γονείς, μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί μας να αναπτύξει μια θετική εικόνα για το σώμα του μεριμνώντας για την υγεία και την ευεξία του.

Μια καλή προσέγγιση είναι να μιλήσουμε με το παιδί σας για το πώς αισθάνεται σχετικά με το σώμα του και να του δείξουμε ότι μας ενδιαφέρει πραγματικά αυτό που λέει. Ακούμε το παιδί μας με προσοχή και δείχνουμε ότι το καταλαβαίνουμε και είμαστε εκεί για να το βοηθήσουμε. Αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του και ενθαρρύνουμε το παιδί μας να αναγνωρίζει και να εκτιμά τις δυνατότητες του. Επιβραβεύουμε τις επιτυχίες του και εκφράζουμε ότι το αγαπάμε και το εκτιμάμε όπως είναι.

Είναι σημαντικό επίσης να μην δίνουμε στο παιδί μας λανθασμένα μηνύματα, όπως για παράδειγμα να σχολιάζουμε συχνά το δικό μας βάρος, είτε αρνητικά είτε θετικά, ή να μιλάμε συχνά για δίαιτες ή να αναφέρουμε συγκεκριμένα διάσημα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το «ιδανικό» σώμα. Αυτό μπορεί να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση, ανησυχία και πίεση στο παιδί μας, καθώς μπορεί να αναπτύξει αρνητικά στερεότυπα σχετικά με την εικόνα του σώματος και τον εαυτό του. Σε περίπτωση που ασχολείται και είναι ενεργό στα social media, μπορούμε να του προτείνουμε να ακολουθεί λογαριασμούς που προωθούν τη θετική εικόνα σώματος, την συμπερίληψη και την ορατότητα της διαφορετικότητας π.χ., Cool Crips. Επίσης, είναι σημαντικό να φροντίζουμε από νωρίς να μην κάνουμε σχόλια στο παιδί που αφορούν στην εξωτερική του εμφάνιση, ακόμη και αν θεωρούμε ότι είναι πείραγμα ή αστείο, καθώς επίσης και να μην σχολιάζουμε άλλους ανθρώπους σχετικά με τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά.

Αν το παιδί μας συνεχίζει να αισθάνεται ανασφάλεια σχετικά με την εικόνα του σώματος του, μπορεί να χρειαστεί να ζητήσουμε βοήθεια από έναν ειδικό, όπως έναν ψυχολόγο.

Είναι σωστό να ελέγχουμε την ενασχόληση των παιδιών με το διαδίκτυο (social media, πλατφόρμες παιχνιδιού και επικοινωνίας κλπ.);2023-05-25T17:30:04+03:00

Απ: Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση εξαρτάται από το πώς ορίζουμε  τον “έλεγχο”. Είναι σημαντικό να έχετε συνειδητοποιήσει ότι ο έλεγχος της διαδικτυακής παρουσίας, των διαδικτυακών παιχνιδιών και των social media των παιδιών δεν είναι ίδιο με την επιτήρηση ή την παρακολούθηση τους, και δεν ταυτίζεται με παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή τους. Είναι σημαντικό να διατηρείτε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας με τα παιδιά σας και να προωθείτε μια υγιή και ασφαλή χρήση των social media.

Μπορείτε και πρέπει να συζητήσετε με τα παιδιά σας, από νωρίς, για τη χρήση των social media και να τα ενημερώσετε για τους κινδύνους που υπάρχουν στο διαδίκτυο, όπως η διαδικτυακή παρενόχληση και η διασπορά ανεπιθύμητων πληροφοριών. Είναι, επίσης, απαραίτητο να ενθαρρύνετε τη χρήση των ρυθμίσεων απορρήτου και ασφαλείας για να βοηθήσετε στη διασφάλιση ότι οι πληροφορίες τους παραμένουν ιδιωτικές.

Τι μπορώ να κάνω αν υποψιάζομαι ότι το παιδί μου δέχεται διαδικτυακό εκφοβισμό;2023-05-25T17:30:27+03:00

Απ: Αν υποψιάζεστε ότι το παιδί σας δέχεται διαδικτυακό εκφοβισμό, υπάρχουν μερικά βήματα που μπορείτε να ακολουθήσετε για να το βοηθήσετε:

  • Μιλήστε με το παιδί σας: Προσπαθήστε να ανοίξετε μια συζήτηση με το παιδί σας για το πώς περνάει το χρόνο του στο διαδίκτυο και ποιες εφαρμογές του αρέσουν. Για να μην γίνει με ανακριτική διάθεση, μπορείτε να το ρωτήσετε ποιες εφαρμογές θα σας πρότεινε για ψυχαγωγία, τι γνώμη έχει για τα διάφορα social media. Επίσης, μπορείτε να του αναφέρετε ένα δικό σας παράδειγμα ότι λάβατε ένα κακό σχόλιο σε μια δημοσίευσή σας και αν έχει συμβεί και στο ίδιο.
  • Στηρίξτε το παιδί σας: Εκφράστε τη στήριξή σας στο παιδί σας και διαβεβαιώστε ότι δεν είναι μόνο του και θα είστε δίπλα του ό,τι και να χρειαστεί.
  • Παρατηρήστε τη συμπεριφορά του παιδιού σας στο διαδίκτυο: Αναζητήστε πιθανά σημάδια διαδικτυακού εκφοβισμού, όπως η αποσύνδεση ή η απομόνωση του παιδιού σας από τους φίλους του ή από εσάς, έντονα ξεσπάσματα – ευερεθιστότητα.
  • Ενημερώστε το εκπαιδευτικό προσωπικό ή τον/την σχολική ψυχολόγο: Ενημερώστε τους/τις εκπαιδευτικούς του παιδιού σχετικά με την ανησυχία σας και ρωτήστε αν έχουν παρατηρήσει κάτι ή πώς μπορείτε να συνεργαστείτε για να το αντιμετωπίσετε.
  • Χρησιμοποιήστε τις δυνατότητες των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης: Πολλές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν εργαλεία για την αναφορά του εκφοβισμού, όπως την αναφορά αναίτιων σχολίων ή των συνομιλιών που είναι απειλητικές.
  • Ζητήστε τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας: Σε περιπτώσεις που ο εκφοβισμός συνεχίζεται, ή έχει επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχολογική κατάσταση του παιδιού σας, μπορείτε να ζητήσετε τη βοήθεια ενός ειδικού, όπως ενός ψυχολόγου ή ενός ειδικού σε θέματα διαδικτυακής ασφάλειας π.χ. saferinternet4kids.gr ή Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

Είναι σημαντικό να αντιμετωπίσετε το πρόβλημα του διαδικτυακού εκφοβισμού όσο το δυνατόν συντομότερα, καθώς αυτό μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχολογική και σωματική υγεία του παιδιού σας.

Ποιος είναι ο ρόλος μας ως γονείς και ποιος ο ρόλος του σχολείου στην ανάπτυξη υγιούς αυτοεκτίμησης;2023-05-25T17:30:18+03:00

Απ: Ως γονείς, έχουμε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη υγιούς αυτοεκτίμησης των παιδιών μας. Πρέπει να τους δείχνουμε αγάπη και να αναγνωρίζουμε τις ικανότητες και τις δυνατότητές τους, καθώς και να τους ενθαρρύνουμε και να τους υποστηρίζουμε στις δραστηριότητες που τους αρέσουν και στις οποίες τα πηγαίνουν καλά. Επίσης, είναι σημαντικό να μιλάμε ανοιχτά με τα παιδιά μας και να τους ενθαρρύνουμε να μοιραστούν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους μαζί μας.

Το σχολείο, επίσης, έχει σημαντικό ρόλο, καθώς οι εκπαιδευτικοί μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση, να διδάσκουν δεξιότητες όπως η αυτοαναγνώριση και η αυτοαξιολόγηση, και να παρέχουν στους μαθητές τους ένα αίσθημα ασφάλειας και αναγνώρισης.

Θες να μάθεις κάτι περισσότερο; Μπορείς να μας στείλεις εδώ την ερώτησή σου. (Οι ερωτήσεις θα δημοσιεύονται ανώνυμα)

Go to Top